• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Η ανυπαρξία δικαστικής προστασίας της ισότητας, ως προς την επεκτατική μορφή της, δυνάμει νομολογιακής αρχής από το Ανώτατο Δικαστήριο.

Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Βρούντου v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 78, στην οποία τέθηκε ζήτημα επεκτατικής ισότητας των εκ μητρογονίας εκτοπισθέντων με τους εκ πατρογονίας, με επίκληση και στη βάση, ως προς τις αποφάσεις Κυπριακών Δικαστηρίων, την, προϊόν νομολογιακής φύσης ταυτότητας, DIAS UNITED PUBLISHING CO. LTD v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 550, απέρριψε την έφεση, αποφαινόμενο ότι:

«Δεν έχει δικαιοδοσία να νομοθετεί διευρύνοντας νομοθετικές ρυθμίσεις που δεν έτυχαν της έγκρισης της Βουλής. Κάτι τέτοιο, θα συγκρουόταν και με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Σημειώνουμε ότι η Βουλή δεν μπορεί από μόνη της να προχωρήσει στη ψήφιση νομοθεσίας, όταν ο σκοπούμενος νόμος θα προϋποθέτει δαπάνη. Αν η Βουλή, το συνταγματικά καθοριζόμενο νομοθετικό όργανο, δεν έχει ένα τέτοιο δικαίωμα, πολύ περισσότερο δεν το έχει το Ανώτατο Δικαστήριο.

Συμφωνώντας με τις αρχές όπως τέθηκαν, καταλήγουμε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα να προβεί σε επεκτατική εφαρμογή νομοθετικής ρύθμισης».

Στην απόφαση αυτή έγινε και αναφορά σε ανάλογες προσεγγίσεις της επεκτατικής ισότητας στην Ελλάδα, υπό το κατωτέρω απόσπασμα:

«Είναι αλήθεια ότι ο Άρειος Πάγος στην Ελλάδα δέχεται ότι προς αποκατάσταση της ισότητας πρέπει να υπάρξει μια τέτοια επεκτατική εφαρμογή, ακόμη κι’ αν έχουμε ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων (βλέπε ΑΠ 35/1990, Ολ., ΝοΒ 1991, 231, ΑΠ 13/1991, Ελλ.Δνη 1991, 1484, ΑΠ 12/1992, Ολ., Ελλ.Δνη 1992, 762, ΑΠ 14/1995, Ολ., ΝοΒ 1996, 408 κ.ά.).

Παρόμοια γραμμή τηρεί και το Ελεγκτικό Συνέδριο το οποίο δέχεται ότι αν οι διακρίσεις είναι αντίθετες προς την αρχή της ισότητας και η διάταξη του νόμου που τις θεσπίζει προβλέπει παροχή προς ορισμένη κατηγορία πολιτών, ενώ εξαιρεί, αμέσως ή εμμέσως, άλλους που βρίσκονται υπό τις αυτές συνθήκες, το δικαστήριο οφείλει να επιδικάσει την παροχή αυτή και σ’ εκείνους που αδικαιολόγητα και αυθαίρετα εξαιρούνται (βλέπε ΕΣ 887/1992, Ολ., σε Ι. Σαρμά, Η συνταγματική νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, 1997, 289).

Αντίθετα, το Συμβούλιο της Επικρατείας αρνείται την επεκτατική εφαρμογή ευνοϊκών ρυθμίσεων, γιατί κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη συνταγματικά επέμβαση του δικαστή στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, ακόμη κι’ όταν δεν πρόκειται κατά κυριολεξία για ειδικές ρυθμίσεις, αλλά επί παραδείγματι για αδικαιολόγητη ευνοϊκή μεταχείριση του ενός φύλου έναντι του άλλου (ΣτΕ 3552/1992, Ελλ.Δνη 1994, 215).

Την πάγια αυτή νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν ακολούθησε η απόφαση στην υπόθεση ΣτΕ 3587/1997 του Α΄ Τμήματος το οποίο δέκτηκε ότι αν το δικαστήριο διαπιστώσει παράβαση της αρχής της ισότητας, λόγω ειδικής ρύθμισης στην οποία προέβη ο νομοθέτης ή η διοίκηση, που αφορά σε ορισμένη κατηγορία προσώπων και από την ειδική αυτή ρύθμιση αποκλείστηκαν ρητά ή σιωπηρά πρόσωπα που ανήκουν μεν σε άλλη κατηγορία, αλλά τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες, απαιτείται όπως το δικαστήριο προβεί σε επέκταση της εφαρμογής της ειδικής ρύθμισης και στην κατηγορία των προσώπων τα οποία έχουν αποκλειστεί. Η μεταστροφή αυτή της νομολογίας δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμα από άλλα τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας».

Η απόφαση Βρούντου v. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 78 εκδόθηκε στις 3.3.2006.

Σε σύντομο σχόλιό μου στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος», ημ. 21.3.2010, με τίτλο «Πρόσφυγες εκ μητρογονίας» (εδώ) είχα σημειώσει ότι ήταν ανεδαφική και εσφαλμένη η ανωτέρω καταγραφή ότι η ΣτΕ 3587/1997 του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως αναφερόμενο ορόσημο της μεταστροφής της νομολογίας του ΣτΕ υπέρ της επεκτατικής ισότητας, «δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμα από άλλα τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας», αναφέροντας ότι η καταληκτική της αναφορά διαψεύδεται από τη νομολογία του ΣτΕ καθώς ρητή αναφορά στην ΣτΕ 3587/1997 έγινε και σε αναφερόμενες, μεταγενέστερες αποφάσεις του ΣτΕ, του ΣΤ Τμήματος αυτού, πριν την έκδοση της απόφασης Βρούντου. 

Περαιτέρω, η απόφαση Βρούντου αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής στο ΕΔΔΑ, το οποίο, με την απόφαση Βρούντου κατά Κύπρου, Προσφυγή αρ. 33631/2006, ημ. 13.10.2015 δικαίωσε την προσφεύγουσα, αποφαινόμενο ότι υπήρχε παραβίαση του Άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το Άρθρο του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αλλά και του Άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, ως προς το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και συζευκτικά αποτελεσματικής θεραπείας. 

Παρά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του ΕΔΔΑ το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο στο μεταξύ εξέδωσε και άλλες αποφάσεις σε επίπεδο Ολομέλειας, επικαλούμενο τη Dias και Βρούντου, κάνοντας λόγο για αλυσιτέλεια της προσφυγής,  εξακολουθεί να εμμένει, άκαμπτα και αταλάντευτα, στη νομολογική αρχή της Dias και την επίκληση αυτής, αναφέροντας ότι «Το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν μπορεί να διευρύνει ή να αναπληρώσει οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση που γίνεται στο πλαίσιο ψήφισης προϋπολογισμού» (Κυπριακή Δημοκρατία v. Κοσιάρη κ.α., Α.Ε. 193/2012, ημ. 10.1.2018) και με ρητή μάλιστα αναφορά στη Βρούντου εναντίον Κύπρου (Vrountou vCyprus) στην Καλακούτης v. Κυπριακή Δημοκρατία, Α.Ε. 151/2013, ημ. 10.12.2019, αναφέροντας εσφαλμένα ότι  «Στην υπόθεση εκείνη η αιτήτρια, μετά την απόρριψη της έφεσής της στην υπόθεση Βρούντου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) καταχώρησε υπόθεση στο ΕΔΑΔ επικαλούμενη ότι η απόρριψη του αιτήματός της να της παραχωρηθεί προσφυγική ταυτότητα, περιλαμβανομένων όλων των ωφελημάτων που οι κάτοχοι τέτοιας ταυτότητας δικαιούνται, στη βάση του ότι ήταν πρόσφυγας εκ μητρογονίας και όχι εκ πατρογονίας, συνιστούσε παραβίαση του Άρθρου 14 της Σύμβασης, σε συνάρτηση με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1. Το ΕΔΑΔ στην παράγραφο 91 της απόφασής του αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πιο πάνω, ως ακολούθως»: […] καθώς παραγνώρισε ότι το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε και για συνδρομή παραβίασης του Άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, παρά το ότι στην απόφαση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου παρατίθεται και η σκέψη 91 της απόφασης του ΕΔΔΑ, στην κατάληξη της οποίας γίνεται ρητή αναφορά στην παραβίαση και του Άρθρου 13 της ΕΣΔΑ. 

Επομένως, η έλλειψη δικαστικής προστασίας ως προς την αρχή της ισότητας, στην, ομόκεντρη, σφαιρική και αμέριστη, επεκτατική της διάσταση και μορφή, εξακολουθεί να υιοθετείται και να προτάσσεται αυτοπεριοριστικά και προσκολλημένα, παρά και την απόφαση του ΕΔΔΑ, καθιστώντας κενό γράμμα, ευχολόγιο, ανυπεράσπιστη και ουτοπική την αρχή της ισότητας σε όλες τις μορφές της, προκριματικά και ανεπίδεκτη δικαστικής επίλυσης με ασφυκτικό αξιωματικό εγκλωβισμό στα πεπερασμένα όρια της απυρόβλητης και ανέλεγκτης νομοκρατίας, ενώ σύμφωνα με το Άρθρο 35 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας «Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής», με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας να περιλαμβάνεται σ’ αυτές (Αναφορά 2/2016, ημ. 5.7.2017, Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Βουλή των Αντιπροσώπων, βλ. και πολύ πρόσφατη απόφαση της Προέδρου του Διοικητικού Δικαστηρίου στην BROWN κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ (ΑΔΕΑ), Πρ. αρ. 698/2017, ημ. 9.10.2020) καθιστώντας, τοιουτοτρόπως, τη συνταγματική αρχή της ισότητας ουσιαστικά «διακήρυξη καλής συμπεριφοράς» και άμοιρη δικαστικής προστασίας, αντίθετα στα αναφερθέντα στην Γιάλλουρου v. Νικολάου (2001) 1 Α.Α.Δ. 558.

Παράλληλα και σωρευτικά, θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η αρχή της ισότητας εφαρμόζεται τόσο κατά την εφαρμογή του νόμου (ισότητα ενώπιον του νόμου) όσο και κατά τη νομοθετική ρύθμιση (ισότητα του νόμου) και αυτό τόσο με βάση την Κυπριακή νομολογία (Χριστόδουλος Ηλία v. Κυπριακής Δημοκρατίας, απόφαση Ολομέλειας, (1989) 3Β Α.Α.Δ 568, Δημοκρατία κ.ά. v. Γιαλλουρίδη κ.ά. (1990) 3ΣΤ Α.Α.Δ. 4316) όσο και την Ελληνική.

Επίσης, σε σχέση με τη διττή υφή των επιχειρημάτων στη DIAS UNITED PUBLISHING CO. LTD v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 550, αποφάσεις Ελληνικών Δικαστηρίων αποφαίνονται διαμετρικά αντίθετα και διαστρώνουν διαφορετικό, γόνιμο, ορθό, δίκαιο και εύστοχο, σκεπτικό και δικαιοπλαστική ορθολογική αυθεντικότητα, κατά την άποψή μου. κρίνοντας ότι καμία παραβίαση της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών δεν στοιχειοθετείται με την επέκταση της παροχής υπέρ αυτών που εξαιρέθηκαν, παραλείφθηκαν και αποκλείσθηκαν αντίθετα στην αρχή της ισότητας, γιατί νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση  ακόμα και αν τούτο συνεπάγεται κόστος, καθώς μόνο με τον τρόπο αυτό εφαρμόζεται το θεμελιώδες δικαίωμα της ισότητας και συναφώς αίρεται η ανισότητα, διαφορετικά δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία και η διαφορά θα παρέμενε αρρύθμιστη,  με τα δικαστήρια να υποχρεούνται στην περίπτωση αυτή να ασκήσουν έλεγχο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν την αρχή της ισότητας σε όλο το περιεχόμενο της έκτασής της.

Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι (με τις υπογραμμίσεις και εμφάσεις στις κατωτέρω υποθέσεις δικές μου) «Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, τα παραπάνω δε ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό. Στην περίπτωση που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται,  χωρίς  αυτό  να  σημαίνει  ότι  παραβιάζεται από  την  δικαστική  εξουσία  η  αρχή  της  διάκρισης  των εξουσιών που καθιερώνεται από τα άρθ. 1, 26, 73 επ. και 87 του Συντάγματος ή να αντίκειται στο άρθ. 80 παρ. 1 αυτού (ΑΠ 2101/2014, 22/2013, 1495/2012)». (ΑΠ 112/2017, 955/2014, 2233/2013, 2101/2013, 1086/2012, 471/2012, κ.α.) και «χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλομΑΠ 16/2015, ΟλομΑΠ 3/2013)» (ΑΠ 267/2020, 381/2019 κ.α.). 

Επίσης, «αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατʼ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να; εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση γιατί μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση της ως άνω διατάξεως του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα (ΟλΑΠ 15/1999, ΕλλΔνη 40, 760, ΑΠ 228/2003, ΕΕργΔ 2004, 802). Όλα αυτά ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά σε μισθό, σύνταξη, χορηγία, παροχές για τις οποίες το άρθρο 80 του Συντάγματος ορίζει ότι δεν εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Κράτους. Και τούτο γιατί και στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζεται η αρχή της ισότητας, που προστατεύει θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα των Ελλήνων, γιʼ αυτό και η διάταξη που τη θεσπίζει δεν υπόκειται σε αναθεώρηση κατʼ άρθρο 110 του Συντάγματος και χωρίς να παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η με τα άρθρα 1, 26, 73 επ., 81 επ. και 87 επ. του Συντάγματος θεσπιζόμενη αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αφού τα δικαστήρια υποχρεούνται στην περίπτωση αυτή να ασκήσουν έλεγχο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν την αρχή της ισότητας σε όλη την έκταση, όπως αυτή οριοθετήθηκε παραπάνω (ΟλομΑΠ 12/1997, ΝοΒ 1998, 40)» (ΜονΕφΑθ 3056/2020, κ.α.).

Ομοίως και στις, ανάμεσα σ’ άλλες του ιδίου, αποφάσεις 45/2009 και 217/2008 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου: «Όλα αυτά ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή δημόσιου λειτουργού ή υπαλλήλου, παροχές για τις οποίες το άρθρο 80 παρ. 1 το Συντάγματος ορίζει ότι δεν εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Κράτους, ούτε χορηγούνται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο. Διότι και τότε εφαρμόζεται η αρχή της ισότητας που προστατεύει θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα των Ελλήνων, χωρίς να παραβιάζεται από δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, που θεσπίζεται με τα άρθρα 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο του έργου της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη της την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του (και από του ως άνω άρθρου 80 παρ. 1 του Συντάγματος) νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (Ελ. Συνεδρίου Ολομ. 256/2002 και Σ.τ.Ε. 13/1991, 3587/1997)».γιατί νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 267/2020, 381/2019, 749/2016, 955/2014, ΑΠ 84, 249, 291, 1392, 1393, 2065/2013, 306/2011, 93/09, 3/90 Ολ., 28/88, ΣτΕ 1184/01, 3587/97, 2704/96, 3240/95, 1519/95, Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης 345-348/2011, κ.α.).

Η επεκτατική δε εφαρμογή αυτή δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη επέμβαση της δικαστικής εξουσίας στο έργο της νομοθετικής, αφού απορρέει τόσο από τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 του Συντάγματος επιταγή στα δικαστήρια για σεβασμό των διατάξεων του, από τις οποίες ανακύπτει η ανάγκη να αντιμετωπιστεί η κατάσταση που δημιουργείται από τη σχετική άρνηση με την εφαρμογή της ισχύουσας και για την τήρηση της αρχής της ισότητας ενδεδειγμένης διάταξης χωρίς την οποία η εκδικαζόμενη διαφορά θα παρέμεινε στην ουσία αρρύθμιστη (Τριμελές Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, 1899/2001, Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών 6853/1997, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 35/2009).

Επίσης, «Εάν δε το δικαστήριο, κατά τον έλεγχο συνταγματικότητας της εφαρμοστέας διατάξεως, διαπιστώσει παράβαση της αρχής της ισότητας που θα συνίσταται στη θέσπιση ειδικής ρυθμίσεως ευνοϊκής για ορισμένη κατηγορία προσώπων από την οποία αποκλείσθηκαν, ρητά ή σιωπηρά, πρόσωπα που ανήκουν σε άλλη κατηγορία αλλά τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες με τα πρόσωπα που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, στην οποία αναφέρεται η σχετική ρύθμιση, τότε το δικαστήριο, προς άρση της διαπιστωθείσης αντισυνταγματικότητας,  οφείλει  να  προβεί  σε  επέκταση  της  εφαρμογής της  ειδικής  ρυθμίσεως  και  στην  κατηγορία  των προσώπων που αποκλείσθηκαν (Σ.τ.Ε.4125-4139/1999, 3604/1998 κ.α.)» (ΣτΕ 1197/2001,βλ. και ΣτΕ 1184/2001, 181/2001, 1743/2000, 466.1999, κ.α.).

Συναφώς, «αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατʼ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να; εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση γιατί μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση της ως άνω διατάξεως του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα (ΟλΑΠ 15/1999, ΕλλΔνη 40, 760, ΑΠ 228/2003, ΕΕργΔ 2004, 802» (ΜονΕφΑθ 3056/2020, κ.α.) δοθέντος, ότι, όπως λέχθηκε στην απόφαση 7667/2001 του Εφετείου Αθηνών (Νομικό Βήμα, 2002, Τόμος 50, σελ. 2026) «Με βάση την αρχή  της  ισόνομης  ρύθμισης  των  ομοίων, αν ορισμένη νομοθετική ρύθμιση στερεί αδικαιολόγητα από κάποια κατηγορία προσώπων συγκεκριμένη παροχή που χορηγείται γενικά, τότε η παροχή αυτή πρέπει να αναγνωριστεί και υπέρ της κατηγορίας, σε βάρος της οποίας έγινε η δυσμενής διάκριση, καθόσον η αποκατάσταση της ισότητας επιβάλλει την επέκταση της παροχής και σ’ αυτή, ώστε να εκλείψει η άνιση μεταχείριση (ΟλΑΠ 5/93)». 

Τα Δικαστήρια κρίνοντας αντισυνταγματική την εξαίρεση και εφόσον πρόκειται για παροχή προβλεπόμενη από το νόμο που καθιέρωσε την εξαίρεση, επιδικάζουν την παροχή και σε αυτούς οι οποίοι αυθαιρέτως εξαιρέθηκαν από την καταβολή της (Ολ.ΑΠ 15/1999 ΝοΒ 2000, 456, ΟλΑΠ 12/1997 ΝοΒ 1998,40, ΑΠ 456/1999 ΕλλΔνη 1999, 1726, ΑΠ 462/1999 ΕλΔνη 40, 1829, ΣτΕ 1184/2001, ΣτΕ 1197/2001, ΣτΕ 1743/2000, ΣτΕ 4136/1999, ΣτΕ 466/1999 στην Ειρ.Μυτ. 83/2005, Ειρ.Χίου 123/2005,κ.α.), γιατί μόνο  με  τον  τρόπο  αυτό  αίρεται  η κατά παράβαση της αντισυνταγματικά δημιουργηθείσας ανισότητας (ΑΠ 1451/2003, ΕλλΔνη 2005, Τόμος 46, σελ. 1129, ΑΠ 799-801/2002, Ολ.ΑΠ 8/1988 (ΑΡΧΝ/1988 (215), ΕΕΡΓΔ/1988 (1112), Διοικητικό Εφετείο Πειραιά 501, 1549/2009, Διοικητικό Εφετείο Πειραιά 1811, 1837, 1844/2008, Διοικητικό Εφετείο Αθηνών 1660/2006, κ.α.), διαφορετικά δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία (ΑΠ 84, 249, 291, 1392, 1393, 2065/2013, 306/2011, Ολ.ΑΠ. 7/1993, Ολ. ΑΠ. 7/1995, Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης 345-348/2011, κ.α.]. 

Τα ανωτέρω, υπογραμμίζοντας την δυνάμει του άρθρου 164 της ιδρυτικής ΣυνθΕΟΚ, γενική δικαιϊκή αρχή της ισόνομης ρύθμισης των ομοίων (ΑΠ 780/2017, 1417/2015, 2063/2014 κ.α.).

 

Δημοσθένης Στεφανίδης

Μέλος Δ.Ν.Σ.

«Κράτος Δικαίου»

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *