• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Περί ξεπλύματος ο λόγος και η άγνωστη FATF

Μπροστά στον ορυμαγδό εξελίξεων των τελευταίων ημερών, γίνεται λόγος από την κοινωνία των πολιτών για συγκάλυψη και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Μέσα από αυτό το άρθρο, ο γράφων επιχειρεί να δώσει μια εικόνα σχετικά με το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, το οποίο προβλέπεται ως αδίκημα στην κυπριακή έννομη τάξη στον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο του 2007(Ν.188(Ι)/2007) και ταυτόχρονα να προτείνει φόρμουλες για την αποτελεσματική εξουδετέρωση αυτού του φαινομένου.

Όπως η Προεδρική Επιτροπή για το Οργανωμένο Έγκλημα των Η.Π.Α. (President’s Commission on Organised Crime 1986) ορίζει, ως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες περιγράφεται η διαδικασία µέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια μεταμφιέζονται µε τέτοιο τρόπο ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται νόμιμη.

Από τον πιο πάνω ορισμό, δεν φαίνεται να προσβάλλεται κάποιο ατομικό έννομο αγαθό(π.χ ζωή, υγεία, ιδιοκτησία κλπ). Αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι προσβάλλονται υπερατομικά έννομα αγαθά όπως η διασφάλιση της δημόσιας τάξης, της δικαιότητας κατά την κατανομή του πλούτου και η προστασία της ποινικής δικαιοσύνης. Πέραν τούτων, το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος μπορεί να προκαλέσει και επιζήμιες επιπτώσεις στην σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τούτων λεχθέντων, συνάγεται ότι αυτό το αδίκημα έχει τεράστια ηθικοκοινωνική απαξία και ο δράστης αυτής της συμπεριφοράς μπορεί να μετατραπεί σε «μαύρο πρόβατο» της κοινωνίας.

Στην διαμόρφωση του θεσμικού περιβάλλοντος παρεμπόδισης και καταστολής του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος, καθοριστικό ρόλο έχει παίξει η Επιτροπή Οικονομικής Δράσης, γνωστή με τα αρχικά F.A.T.F(: Financial Action Task Force on Money Laundering), η οποία δημιουργήθηκε στο Παρίσι τον Ιούλιο του 1989 με απόφαση των επτά ισχυρότερων οικονομικά κρατών(G-7). Πρόκειται για μια διακυβερνητική επιτροπή, οι συστάσεις της οποίας αποτελούν ήπιο διεθνές μέσο  και στόχο έχει την δημιουργία  κλίματος καταπολέμησης του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Τον Απρίλιο του 1990 η F.A.T.F διατύπωσε έναν κατάλογο με 40 συστάσεις, με τις οποίες ένα κράτος μπορεί να καταπολεμήσει αυτό το φαινόμενο. Λόγω των σύγχρονων κοινωνικών εξελίξεων και επειδή το φαινόμενο αυτό έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, η έκθεση με τις 40 συστάσεις της FATF αναθεωρήθηκε και συμπληρώθηκε το 2012. Με την τελευταία αναθεώρηση, ορίζονται πιο αυστηρές συστάσεις οι οποίες έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για τα κράτη-μέλη της F.A.T.F. Συγκεκριμένα, κάποιες από τις συστάσεις αυτές προνοούν όπως τα κράτη- μέλη α) ενσωματώσουν στην εθνική τους νομοθεσία γραπτούς κανόνες όπου ποινικοποιούν συμπεριφορές νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, β) λάβουν μέτρα κατάσχεσης και δήμευσης της περιουσίας που «νομιμοποιήθηκε», γ) δημιουργήσουν εθνική οικονομική επιτροπή η οποία θα συλλέγει πληροφορίες με ύποπτες κινήσεις όπου μετά από αξιολόγηση θα τις γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές και δ) εξασφαλίσουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς συνεργασίας με άλλα κράτη με σκοπό την πρόληψη και την καταπολέμηση του φαινομένου αυτού, όπου τα τελευταία χρόνια έχει πάρει διεθνείς διαστάσεις.

Περαιτέρω, με την τελευταία αναθεώρηση επήλθαν κάποιες σημαντικές προσθήκες, όπως η υποχρέωση των κρατών-μελών να συντάσσουν σε ετήσια βάση μια εθνική αξιολόγηση των κινδύνων, την υπαγωγή φορολογικών αδικημάτων στην κατηγορία της  νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την υποχρέωση των κρατών να επικυρώσουν την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς.

Όπως πολύ καλά γνωρίζει ένας νομικά καταρτισμένος άνθρωπος, ο νόμος πρέπει να ορίζει άριστα τα κοινωνικά πρότυπα και ο νομοθέτης πρέπει να συμβαδίζει με τις σύγχρονες κοινωνικές επιταγές. Οι συστάσεις της  F.A.T.F δεν έχουν καμία ισχύ στην κυπριακή έννομη τάξη και αυτό γιατί η Κύπρος δεν είναι κράτος – μέλος της. Επομένως λοιπόν, εάν η πολιτεία θέλει να εξαλειφθεί αυτό το άσχημο φαινόμενο το οποίο κάνει την χώρα μας κράτος-περίγελο, οφείλει να κάνει αίτηση εισχώρησης στην F.A.T.F ώστε να δούμε έστω και την παραμικρή αλλαγή.

Επιπρόσθετα, λαμβάνοντας υπόψη πάντοτε την ηθικοκοινωνική απαξία που δημιουργούν τέτοιου είδους συμπεριφορές, ο γράφων προτείνει την οριστική –και στο διηνεκές- κατάργηση επενδυτικών προγραμμάτων με την παροχή εκ μέρους της Δημοκρατίας διαβατηρίων, όπου αποτελούν πόλο έλξης επενδυτών αμφιβόλου αξιοπιστίας, που ενδεχομένως στο παρελθόν να είχαν καταδικαστεί για αδικήματα που αποτελούν προηγούμενες συμπεριφορές του «ξεπλύματος»(π.χ δωροδοκία, φοροδιαφυγή, εμπόριο ναρκωτικών κλπ).

 Η πολιτεία δεν μπορεί να σφυρίζει αδιάφορα στις σύγχρονες κοινωνικές προκλήσεις. Οφείλει να εξοπλιστεί με μηχανισμούς τέτοιους που θα σταθούν αρωγοί στην καταπολέμηση αυτής της διεθνούς μάστιγας. Εκτός από τα υπερατομικά έννομα αγαθά της προστασίας της δημόσιας τάξης και της ποινικής δικαιοσύνης, το αδίκημα του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος πλήττει και το δημόσιο αίσθημα. Γι’ αυτό λοιπόν, δέον εστί η πολιτεία να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να αποκαταστήσει το ειδεχθές στην διεθνή κοινότητα πρόσωπό της. Μπορεί; Οψόμεθα..

 

Ραφαήλ Αλεξίου

Μέλος Δεξαμενής Νομικής Σκέψης

Κράτος Δικαίου

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *