• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Η νομιμότητα της εξουσιοδότησης της εκτελεστικής εξουσίας βάσει του Περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου ΚΕΦ. 260

Από την στιγμή που λήφθηκαν τα πρώτα μέτρα για αντιμετώπιση του κορονοϊού στην Κύπρο, οι συζητήσεις και οι απόψεις ένθεν και ένθεν για τη νομιμότητα των μέτρων αποτέλεσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας. Απόψεις ποικίλες και αναρίθμητες, τόσο από τη σκοπιά του νομικού κόσμου όσο και από την κοινωνία ευρύτερα, με γνώμονα κάποτε το συναίσθημα και κάποτε την κοινή λογική. Μάλιστα ζητήθηκε, εώς και απαιτήθηκε, να αφεθούν οι συζητήσεις επί θεμάτων συνταγματικότητας για τα ληφθέντα μέτρα για ευθετότερο χρόνο που θα υπάρχει η πολυτέλεια να κρίθούν εκ του ασφαλούς και «θα δείξει» αν όντως υφίσταται ζήτημα συνταγματικότητας των μέτρων. Καλώς. Άλλωστε καιρός επί πάσιν άριστος.

 

Ουδέποτε εκφράστηκε από επίσημα χείλη ότι η λήψη των μέτρων βασίστηκε στον πυλώνα της νομιμότητας, παρά μόνον εμμέσως πλην σαφώς προκρίθηκε η ικανοποίηση της αναγκαιότητας παρά της νομιμότητας, στην αντιμετώπιση του «αόρατου εχθρού». Η πανδημία αντιμετωπίστηκε, ελλείψει άλλου νομοθετικού πλαισίου, με την έκδοση διαταγμάτων δυνάμει του Περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου Κεφάλαιο 260, όπου σύμφωνα με το άρθρο 3, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας να κηρύξει οποιαδήποτε ασθένεια, μολυσματικής ή μεταδοτικής φύσης, σε επικίνδυνη μολυσματική ασθένεια εντός της έννοιας του Νόμου αυτού.

 

Επιγραμματικά σύμφωνα με το άρθρο 6 του ίδιου Νόμου, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με διάταγμα να εκδίδει κανονισμούς με σκοπό τον καθορισμό των μέτρων που λαμβάνονται σε μολυσμένη τοπική περιοχή, την παρεμπόδιση της εισαγωγής οποιασδήποτε επικίνδυνης μολυσματικής ασθένειας εντός ή εκτός της Δημοκρατίας, την παρεμπόδιση της εξάπλωσης σε οποιαδήποτε άλλη τοπική περιοχή εντός της Δημοκρατίας, τον καθορισμό των εξουσιών και καθηκόντων τέτοιων λειτουργών που δυνατό να τους ανατεθεί η εφαρμογή των κανονισμών αυτών και  γενικά τη λήψη μέτρων για την εφαρμογή των σκοπών και διατάξεων του Νόμου αυτού ή οποιασδήποτε υγειονομικής σύμβασης στην οποία η Κυπριακή Δημοκρατία προσχώρησε ή δυνατόν μελλοντικά να προσχωρήσει.

 

Μετά από εκχώρηση των ως άνω εξουσιών από το Υπουργικό Συμβούλιο προς τον Υπουργό Υγείας, λήφθηκαν μέτρα τα οποία αφορούσαν σε απαγόρευση συνάρθροισης προσώπων πέραν ενός αριθμού σε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, ακύρωση μαζικών εκδηλώσεων, απαγόρευση εισόδου στη Δημοκρατία, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις προσώπων τα οποία θα παραμείνουν υπό περιορισμό εφόσον εισέλθουν στη Δημοκρατία, υποχρεωτική αναστολή εργασίας επιχειρήσεων όπου προκαλείται μαζική συγκέντρωση προσώπων αλλά και για επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου, ιατροί και νοσηλευτές εγγεγραμμένοι στους αντίστοιχους καταλόγους τέθηκαν υπό τις οδηγίες του Υπουργού Υγείας, απαγόρευση άσκοπων μετακινήσεων των πολιτών εκτός απο συγκεκριμένες καθορισθείσες κατ΄εξαίρεση περιπτώσεις, απαγόρευση της πρόσβασης σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο, πάρκα και κλειστούς ή ανοιχτούς αθλητικούς χώρους, απαγόρευση προσέλευσης πολιτών σε χώρους θρησκευτικής λατρείας, όπως εκκλησίες, τεμένη και άλλους χώρους προσευχής, καθολική απαγόρευση μετακίνησης προσώπων από τις 9.00 μ.μ. μέχρι τις 06.00 π.μ. Περεταίρω άλλα μέτρα αφορούσαν σε υποχρέωση των ιδιοκτητών ή διαχειριστών υπεραγορών, αρτοποιείων, οίκων ευγηρίας, φρουταγορών, περιπτέρων, μίνι μάρκετς, παντοπωλείων, κρεοπωλείων και ιχθυοπωλείων να προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες για υποβολή των εργαζομένων τους σε μοριακή εξέταση για τον κορωνοϊό COVID-19, ενώ αναστάληκε επίσης και η λειτουργία όλων των σχολείων. Εσχάτως επιβλήθηκε και το μέτρο της υποχρεωτικής χρήσης προστατευτικής μάσκας προσώπου από όλους όσους διακινούνται εντός εσωτερικών χώρων, στους οποίους υπάρχει αυξημένη συνάθροιση κοινού, ως επίσης και στους σχολικούς χώρους.

 

Τα πιο πάνω μέτρα κατά το μάλλον ή ήττον, αποτελούσαν εναργέστατα περιορισμούς κάποιων εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που προβλέπονται στο Μέρος 2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πιο συγκεκριμένα υπήρξε περιορισμός του δικαιώματος μετακινήσεως εντός του εδάφους της Δημοκρατίας και διαμονής εις οιονδήποτε τμήμα αυτής και της μετάβασης εκτός της Δημοκρατίας(άρθρο 13), του δικαιώματος εισόδου στη Δημοκρατία(άρθρο 14), του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής(άρθρο 15), του δικαιώματος εκδήλωσης θρησκείας(άρθρο 18), του δικαιώματος στην εκπαίδευση (άρθρο 20) και του δικαιώματος επιλογής άσκησης επαγγέλματος (άρθρο 25). Το άρθρο 33 του Συντάγματος αναφέρει ότι, τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος σχετικά με την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες δεν υπόκεινται εις οιονδήποτε έτερον όρον, δέσμευση ή περιορισμό πλην των οριζομένων στο Μέρος 2 του Συντάγματος και οι όροι, δεσμεύσεις ή περιορισμοί δέον να ερμηνεύονται στενά και να μην εφαρμόζονται για οιονδήποτε άλλο σκοπό.

 

Διαβάζοντας τις επιφυλάξεις στα εν λόγω άρθρα του Συντάγματος, είναι σαφές και δεδομένο ότι περιορισμός σε θεμελιώδες δικαίωμα ή ελευθερία είναι επιτρεπτός σε κάποιες περιπτώσεις. Όπως αναφέρεται, μπορεί να περιοριστεί ένα θεμελιώδες δικαίωμα ή ελευθερία μέσω νόμου. Το άρθρο 61 του Συντάγματος αναφέρει ότι η νομοθετική εξουσία της Δημοκρατίας ασκείται από την Βουλή των Αντιπροσώπων εν παντί θέματι, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Σε συνδυασμό με το άρθρο 33 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες δεν υπόκεινται εις οιονδήποτε έτερον όρον, δέσμευση ή περιορισμό πλην των όσων αναφέρονται στο Μέρος 2 του Συντάγματος, είναι ξεκάθαρο όπου αναφέρεται ότι περιορισμός μπορεί να τεθεί με νόμο, είναι με την ψήφιση νόμου της Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία αποτελεί το νομοθετικό όργανο της πολιτείας(Α. Ν. Λοϊζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, 2001, σελίδα 217) και μόνο για να εξυπηρετήσει ένα εκ των επιτρεπτών σκοπών.

 

Η νομοθετική εξουσία βεβαίως έχει το δικαίωμα εξουσιοδότησης άλλου οργάνου προς τούτο, εφόσον ακόμα και η νομοθέτηση δια της εξουσιοδότησης είναι και αυτή έκφραση της βούλησης του λαού μέσω της λαϊκής αντιπροσωπείας. (Τριανταφυλλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1993) 3 Α.Α.Δ. 429). Παρόλο που το Κυπριακό Σύνταγμα δεν αποκλείει την  εκχώρηση  νομοθετικής εξουσίας, ο περιορισμός δευτερογενούς νομοθεσίας στα αυστηρά πλαίσια του εξουσιοδοτικού νόμου, επιβάλλεται στην Κύπρο, εκτός από τις γενικές αρχές δικαίου και από την αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών που καθιερώνει το Σύνταγμα. (Δημοκρατία v. Σαμψών (1991) 1 Α.Α.Δ. 858, Δημoτικό Συμβούλιο Γεροσκήπου κ.ά. ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 389).

 

 Όπως καθορίστηκε στην απόφαση Malone v. United Kingdom, [1984] ECHR 10,  ημερομηνίας 2/8/1984 του ΕΔΑΔ, σε τέτοιες περιπτώσεις εκχώρησης εξουσίας, ο εξουσιοδοτικός νόμος θα πρέπει να καθορίζει επακριβώς το εύρος και το πεδίο της διακριτικής εξουσίας που δίδεται στο όργανο της εκτελεστικής εξουσίας, το οποίο εξουσιοδοτείται προς τούτο, ανάλογα με το ζήτημα, διασαφηνίζοντας τον τρόπο άσκησης της εξουσίας και με βάση τον εκάστοτε νόμιμο επιδιωκόμενο στόχο (βλέπε επίσης απόφαση Solska and Rybicka v. Poland n. 30491/17 και 31083/17 ημερομηνίας 20.12.18 και σύγγραμμα Α. Ν. Λοϊζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, 2001, σελίδα 218). Νόμος δεν σημαίνει απλά την ύπαρξη μιας πράξης παράγωγο της νομοθετικής εξουσίας αλλά εξετάζεται το ποιοτικό στοιχείο αυτού και θα πρέπει και ως προς το περιεχόμενο να βρίσκεται σε αρμονία με το κράτος δικαίου.

 

Όπως αναφέρθηκε επίσης στην υπόθεση Malone είναι αντίθετο προς το κράτος δικαίου να δοθεί απεριόριστη διακριτική εξουσία σε εξουσιοδοτημένο όργανο, εφόσον το άτομο θα είναι ανοχύρωτο απέναντι σε οποιαδήποτε αυθαίρετη παρέμβαση, καθώς τυπικά το οποιοδήποτε μέτρο θα θεωρείται ότι εμπίπτει στο απεριόριστο εύρος εξουσιοδότησης, ουσιαστικά όμως ο νόμος δεν θα παρέχει την κατάλληλη προστασία από αυθαιρεσία. (Κατ΄ αναλογία απόφαση Volker und Markus Schecke, C-92/09, 17/06/2010). Περεταίρω η άσκηση τέτοιας απεριόριστης εξουσίας δυνατόν να απολήγει ουσιαστικά σε άσκηση νομοθετικής εξουσίας, δια της εξουσιοδότησης για απεριόριστη δυνατότητα ρύθμισης ενός ζητήματος από την εκτελεστική εξουσία.

 

Τα πιο πάνω αναφερθέντα μέτρα λήφθηκαν με βάση τον Περί Λοιμοκάθαρσης Νόμο Κεφάλαιο 260, μια αποικιακή νομοθεσία η οποία υπήρχε πριν να τεθεί σε ισχύ το Σύνταγμα. Η συγκεκριμένη νομοθεσία όπως διαφαίνεται και στο άρθρο 2 καθορίζει για ποιες περιπτώσεις δυνατόν να εφαρμοστεί. Η νομοθεσία αυτή αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση διαφόρων ειδών ασθενειών, η κάθε μια εξ αυτών διαφορετικής φύσης και επικινδυνότητας, άρα διαφορετική και ανάλογη θα πρέπει να είναι και η προσαρμογή της εξουσιοδότησης της έκτασης των μέτρων και των περιορισμών που θα ληφθούν. Το ορθό θα ήταν σε τέτοια περίπτωση, εφόσον καθοριστούν τα χαρακτηριστικά της εκάστοτε μολυσματικής ασθένειας και έχοντας υπόψη τη δυσκολία αντιμετώπισης της, τότε να δοθεί η ανάλογη εξουσία, άρα και ο σαφής καθορισμός της ή προσαρμογή του πεδίου και των ορίων αυτής, προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.

Ως εκ τούτου κατ΄αρχάς δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο Υπουργός Υγείας, δια μέσου του Υπουργικού Συμβουλίου, εξουσιοδοτήθηκε με τον δέοντα τρόπο, από την Βουλή των Αντιπροσώπων να δράσει μέσα σε συγκεκριμένο πεδίο και έκταση με βάση τον νόμιμο επιδιωκόμενο στόχο. Ούτε καν έχει καθοριστεί ακριβώς σε ποιο πλαίσιο είναι αυτός ο στόχος εφόσον δεν υπάρχει δια νόμου σαφής έκταση της εξουσιοδότησης, η οποία μάλιστα θα έπρεπε να καθορίζει διαβαθμίσεις της έκτασης της, ανάλογα και με την εξέλιξη της επικινδυνότητας της συγκεκριμένης νόσου προϊόντος του χρόνου, διαβαθμίσεις οι οποίες θα βασίζονταν στο κριτήριο και της αριθμητικής εξέλιξης της ασθένειας στον πληθυσμό αλλά κυρίως της πραγματικής επικινδυνότητας με βάση πραγματικά επιστημονικά κριτήρια και την πραγματική προέλευση των κρουσμάτων και όχι απλά τον αριθμό τους. Αποκλείεται ο κίνδυνος να παρέμενε ο ίδιος για την κάθε μέρα που περνούσε έτσι ώστε η διαφοροποίηση και προσαρμογή των μέτρων να δικαιολογείτο μετά από ένα ή δύο μήνες, τη στιγμή που υπήρχαν καθημερινώς σοβαρότατοι περιορισμοί δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η σοβαρότητα των επιπτώσεων των περιορισμών απαιτούσε και θα έπρεπε να τεθεί ως υποχρέωση εκ του νόμου, η πολύ πιο συχνή προσαρμογή και διαφοροποίηση των μέτρων, ώστε να επιτυγχάνεται την κάθε εκάστη στιγμή η αναλογικότητα στους περιορισμούς, με τον κλιμακούμενο ή αποκλιμακούμενο, πάντως όχι σταθερό, κίνδυνο.

 

Η αξιοποίηση της εν λόγω γενικής εφαρμογής νομοθεσίας ως είχε, δεδομένου ότι προϋπήρχε του Συντάγματος, με ευρύτατο εώς και ακαθόριστο πεδίο δράσης, δεν θα έπρεπε και δεν θα μπορούσε να εξουσιοδοτήσει νόμιμα την εκτελεστική εξουσία να περιορίσει δικαιώματα και να θεωρηθεί ότι τέτοιος περιορισμός έγινε με εξουσιοδότηση από νόμο εναρμονισμένο με το κράτος δικαίου, κατά τη συλλογιστική της απόφασης Malone πιο πάνω, εφόσον δεν έχει δοθεί σαφής εξουσιοδότηση ποια δικαιώματα δύνατον να περιοριστούν, με ποιο τρόπο και σε ποιο χρονικό ορίζοντα. Ο οποιοσδήποτε περιορισμός θεμελιώδους δικαιώματος στη βάση αυτής της γενικής φύσεως νομοθεσίας, συνιστά εν δυνάμει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η οποία έχει τόσο συνταγματική ισχύ αλλά αποτελεί και παράμετρο του κράτους δικαίου. Τέτοια εξουσιοδότηση φθάνει σε επίπεδα ανεπίτρεπτης δράσης νομοθετικής υφής, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, με την αξιοποίηση μιας γενικής φύσεως αποικιοκρατικής νομοθεσίας, η οποία τυπικά αναφέρεται σε σωρεία περιπτώσεων ασθενειών που μπορεί να εφαρμοστεί, άρα παραμένει ασαφής και ο πραγματικός επιδιωκόμενος στόχος της, επιπλέον του γεγονότος ότι η γενικόλογη διατύπωση της εξουσιοδότησης για λήψη μέτρων, που δίδεται με το άρθρο 6 του εν λόγω Νόμου, δεν καταδεικνύει το κατ΄ εξουσιοδότηση υπέρτατο νόμιμο όριο δράσης της εκτελεστικής εξουσίας, προς αντιμετώπιση του συγκεκριμένου κινδύνου.

 

 Η κάθε περίπτωση περιορισμού δικαιώματος, για αντιμετώπιση συγκεκριμένης μολυσματικής νόσου, θα πρέπει να βασιστεί σε ad hoc στάθμιση αλλά και σε inconcreto έλεγχο, εν όψει των συγκεκριμένων ιδιαίτερων περιστάσεων, που υφίστανται με την εκάστοτε περίπτωση, για αποφυγή δυσανάλογων περιορισμών. Η εξουσία για περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων στη βάση μιας εξουσιοδοτικής νομοθεσίας που βασίζεται στη λογικη του «blanket rule» δια πάσαν νόσον, οπωσδήποτε δεν συμβαδίζει με το ουσιαστικό κράτος δικαίου και ως εκ τούτου για τα οποιαδήποτε μέτρα θα ληφθούν, ελλείπει το νόμιμο εξουσιοδοτικό υπόβαθρο.

 

Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι οι αποφάσεις λήφθηκαν σε στιγμές πίεσης, στις οποίες έπρεπε αυθωρεί και παραχρήμα να βρεθεί διέξοδος, εφόσον ο κρατικός μηχανισμός πιάστηκε εξ απίνης. Το ζήτημα όμως έγγυται στο γεγονός ότι αυτή η κατάσταση οδήγησε σε μια λύση όπου η σκοπιμότητα υπερίσχυσε και ακόμα υπερισχύει της νομιμότητας, παραπέμποντας σε μια προσέγγιση που εντοπίζεται σε ένα αστυνομικό κράτος. Έστω και αν θεωρηθεί ότι αυτή η κατάληξη ίσως να ήταν απότοκο απροσδόκητων εξελίξεων, αν και ο κίνδυνος ήταν ολοφάνερος από μακρού χρόνου, εκ του αποτελέσματος διεφάνη ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αποδίδονται στον καθένα εξ ημών απλά και μόνο ως εκ της ανθρώπινης φύσης και ιδιότητας μας και η στέρηση τους δυστυχώς αποτελεί εύκολη επιλογή και βορά των εξελίξεων, καταντώντας τα εν τέλει, παραχωρηθέντα ουδώλως δε αναφαίρετα, αστικά δικαιώματα και όχι ανθρώπινα, παρελκόμενα της ανθρώπινης υπόστασης του ατόμου.

 

Εν κατακλείδι όπως διαφάνηκε, η διάχυτη επιμήθεια στην αντιμετώπιση των τότε προελαυνόντων εξελίξεων, αντιμετωπίστηκε με ένα συνονθύλευμα συνταγματικών αλχημειών, αποικιοκρατικών καταλοίπων και καρατόμησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, ζητήματα για τα οποία μάλιστα υπήρχε και υπάρχει η απαίτηση να τηρηθεί σιγή ιχθύος, αδιαμαρτύρητα, μέχρι να μας υποδειχθεί με σινιάλο από επίσημα χείλη ότι ο ευθετότερος χρόνος που «θα δείξει» αν τα μέτρα ήσαν συνταγματικά, έχει φθάσει.

 

 

Σωτήρης Ζαχαρίου

Μέλος Δεξαμενής Νομικής Σκέψης

«Κράτος Δικαίου»

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *