• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Τα σφάλματα των ανακριτικών αρχών κατά την διερεύνηση μιας ποινικής υπόθεσης και πως αυτά μπορούν να επηρεάσουν την δικαστική διαδικασία

Η πετυχημένη τηλεοπτική σειρά “When they see us” βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα που εξελίχθηκαν στην Αμερική το 1989 αποτελεί ένα από το παράδειγμα της αστυνομικής και δικαστικής αδικίας που μπορεί να υποστεί ένας άνθρωπος. Αναρωτήθηκε κανείς όμως πόσο συχνά μπορεί να συμβαίνει κάτι παρόμοιο στις μέρες μας?  

Μια ποινική υπόθεση ξεκινά με την διερεύνηση της από τις Αστυνομικές Αρχές εμπλέκοντας τα διάδικα μέρη, περνά μέσα από  τον έλεγχο των νομικών υπηρεσιών του κράτους και καταλήγει ενώπιον του δικαστηρίου. Σε αυτή τη διαδικασία οι εμπλεκόμενοι μπορεί να υποπέσουν σε εσκεμμένα ή ακούσια σφάλματα τα οποία παραπλανούν ή/και παρασύρουν την δικαστική εξουσία στο να εξάγει λανθασμένα συμπεράσματα και κατ´ επέκταση άδικες αποφάσεις.


Σε αυτή τη διαδρομή ο εκάστοτε ύποπτος μιας υπόθεσης πέραν του τεκμηρίου της αθωότητας έχει σαν όπλο τις νομικές συμβουλές που μπορεί να λάβει από τον δικηγόρο που τον εκπροσωπεί.


Κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν θα διαπιστώσουμε ότι παλαιότερα ο εκάστοτε ύποπτος σε πολλές περιπτώσεις στερείτο του δικαιώματος να λαμβάνει νομική αρωγή από τα αρχικά στάδια της διερεύνησης μιας υπόθεσης γεγονός που τον καθιστούσε έρμαιο στις πρακτικές των αστυνομικών αρχών οι οποίες πολλές φορές υπερέβαιναν τις εξουσίες που τους παρέχονται από την νομοθεσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι αστυνομικές αρχές είτε εσκεμμένα είτε ακούσια να κατευθύνουν τις εξελίξεις γύρω από την διερεύνηση της υπόθεσης αγνοώντας σημαντικές παραμέτρους που είχαν να κάνουν κυρίως με τα θεμελιώδη και συνταγματικά δικαιώματα του υπόπτου.

 

Τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια έχουν θεσπιστεί διάφορες νομοθεσίες οι οποίες αφενός ενισχύουν τα συνταγματικά δικαιώματα του εκάστοτε υπόπτου και αφετέρου επιτρέπουν περαιτέρω εμπλοκή των νομικών συμβούλων του κατά την διερεύνηση μιας υπόθεσης διασφαλίζοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό την δίκαιη διερεύνηση της. 

Παρ´ ολα αυτά οι πρακτικές των ανακριτικών αρχών καθώς και τα σφάλματα στα οποία μπορεί να υποπέσουν κατά την διερεύνηση μιας υπόθεσης μερικές φορές είναι ικανά να αλλοιώσουν την έκβαση της και να οδηγήσουν σε εσφαλμένη δικαστική απόφαση. 

Επιχειρώντας να αναλύσουμε τόσο τις πρακτικές όσο τα σφάλματα των ανακριτικών αρχών διαπιστώνουμε ότι ακόμη και σήμερα ανεξάρτητα από τον εκσυγχρονισμό του νομικού πλαισίου εξακολουθούν να υπάρχουν και ελλείψεις όσο αφορά αυτή την παράμετρο. 

Τα εσκεμμένα σφάλματα των ανακριτικών αρχών κατά την διερεύνηση μιας ποινικής υπόθεσης δεν είναι τίποτα λιγότερο από τη διάπραξη εγκλήματος κατά της δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γενικότερα. Αυτός ο τομέας χρίζει ευρείας ανάλυσης κάτι το οποίο θα εξετάσουμε σε άλλο άρθρο



Τα ακούσια σφάλματα ή λανθασμένες πρακτικές διερεύνησης μιας ποινικής υπόθεσης μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως ακολούθως:



  1. Έλλειψη επαγγελματικής κατάρτισης και εμπειρίας από μέρους του ανακριτή στον χειρισμό πολύπλοκων και ιδιάζουσας φύσης υποθέσεων. Είναι γενικά παραδεχτό ότι πέραν από την θεωρία η πρακτική εφαρμογή των μεθόδων διερεύνησης μιας υπόθεσης είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για την επιτυχία ή αποτυχία αντίστοιχα. Πολλές φορές οι ανακριτές μιας υπόθεσης βασίζονται αποκλειστικά σε προσωπικές απόψεις ή στην κρίση του προϊσταμένου τους και καθορίζουν την στρατηγική διερεύνηση μιας υπόθεσης αγνοώντας την δικαστική εξέλιξη παρόμοιας τακτικής στο παρελθόν.

  2. Οι αστυνομικοί πολλές φορές υπερβαίνουν τις εξουσίες που τους παρέχονται από την νομοθεσία με αποκλειστικό στόχο την παραπομπή του εκάστοτε υπόπτου σε δίκη ανεξάρτητα από την εναντίον του υπάρχουσα μαρτυρία θεωρώντας αυτή την παραπομπή ως επιτυχία.

  3. Αρκετά μέλη των ανακριτικών αρχών θεωρούν ότι ηΑστυνομία είναι η μόνη κρατική υπηρεσία στην οποία γίνονται καταγγελίες για διερεύνηση ποινικών υποθέσεων και πρέπει απαραίτητα να λειτουργούν μόνο με βάση το συμφέρον του εκάστοτε παραπονούμενου αγνοώντας η/και παραβλέποντας πολλές φορές τα πραγματικά γεγονότα και τα δικαιώματα ή την θέση του εκάστοτε υπόπτου.

  4. Μια μικρή μερίδα μελών των ανακριτικών αρχών παρασύρετε από την πρώτη εικόνα που εισπράττει από τον παραπονούμενο ενώ ορισμένες φορές το εγκληματικό παρελθόν ενός υπόπτου αποτελεί καταλυτικό παράγοντα στο σχηματισμό άποψης πριν καν ξεκινήσει η ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης.



Στη προσπάθεια που γίνεται για εντοπισμό και αποφυγή τέτοιον σφαλμάτων πολύ σημαντικός είναι ο ρόλος των νομικών συμβούλων κατά την διερεύνηση των ποινικών υποθέσεων. 

Το νομικό πλαίσιο που θεσπίστηκε τα τελευταία χρόνια δίνει την δυνατότητα στους νομικούς συμβούλους του εκάστοτε υπόπτου να εμπλέκονται και να παρακολουθούν την εξέλιξη της διερεύνησης μιας υπόθεσης εν τη γενέσει της και αυτή η δυνατότητα πρέπει να αξιοποιείται στο έπακρο.


Πέραν της ενεργής και συνεχούς εμπλοκής των νομικών συμβούλων ίσως είναι καιρός να εξεταστεί και το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός ανεξάρτητου θεσμού ο οποίος θα έχει την ευθύνη και την εποπτεία της διερεύνησης τουλάχιστον των σοβαρών υποθέσεων ώστε να αποφεύγονται τα σφάλματα από μέρους των ανακριτικών αρχών και να επιτυγχάνεται η δίκαιη και αμερόληπτη διερεύνηση τους.

 

Λίζα Κινοσίδου 

Νομικός Σύμβουλος στο

Chr. Larcou & Associates LLC 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *