• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Η δικαστική προστασία των κρατουμένων, στην καθυστέρηση της εξέτασης των αιτήσεων τους για αποφυλάκιση επ’ άδεια

  1. Το δικαίωμα ενός κρατουμένου για ταχεία εκδίκαση της Αίτησης του για αποφυλάκιση επ’ αδεία (Conditional release on Parole) [i] πηγάζει και προστατεύεται από το Άρθρο 11 (7) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, και αντίστοιχο άρθρο 5(4) της ΕΣΔΑ[ii]. Η αντίστοιχη υποχρέωση όλων των οργάνων της Δημοκρατίας να διασφαλίζουν το δικαίωμα τούτο πηγάζει από το άρθρο 35 του Συντάγματος και άρθρο 1 της ΕΣΔΑ.

 

  1. Σύμφωνα με τη Νομολογία του ΕΔΔΑ[iii] το Συμβούλιο Αποφυλάκισης επ’ αδεία (εφ εξής του Συμβούλιο) θεωρείται Δικαστήριο εν τη έννοια του άρθρου 5(4) της ΕΣΔΑ, διάταξη που παρέχει πέπλο προστασίας και σωρεία δικονομικών εγγυήσεων στους κρατούμενους όταν εξετάζονται αιτήσεις τους για αποφυλάκιση επ’ άδειά[iv]. Αξίζει να τονιστεί ότι το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις για αποφυλάκιση επ’ άδεια γιατί το Συμβούλιο δεν αποφαίνεται σε ποινική κατηγορία ούτε είναι ισοδύναμο με ένα ποινικό δικαστήριο [v].

 

  1. Το ΕΔΑΔ στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Betteridge v. Τhe United Kingdom[vi] έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 5 (4) της Σύμβασης σε σχέση με την καθυστέρηση της αίτησης του Αιτητή ενώπιον του Συμβουλίου η οποία εκτείνετο από την ημέρα που ο Αιτητής συμπλήρωσε τα κριτήρια για εξέταση της αίτησης του μέχρι την ημέρα της ακρόασης της υπόθεσής του. Η καθυστέρηση στην εν λόγω υπόθεση είχε διάρκεια 13 μηνών. Το ΕΔΑΔ επανέλαβε το σκεπτικό της υπόθεσης  Betteridge στην μεταγενέστερη και αρκετά πρόσφατη υπόθεση Hill v. Τhe United Kingdom [vii], όπου πάλι αφορούσε καθυστέρηση εξέταση αιτήματος κρατουμένου για αποφυλάκιση επ’ αδεία με πολύ περιπλεγμένα γεγονότα.

 

  1. Η πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία του ΕΔΑΔ για το Συμβούλιο αποφυλάκισης, είχε σημαντικές επιδράσεις και στην Κυπριακή έννομη τάξη, και ήταν το έναυσμα ώστε να ενεργοποιηθεί ο θεσμός της αποφυλάκισης επ’ αδεία, που, από το 2009[viii],  ήταν θεσμοθετημένος μεν, ανενεργός δε, κάτι το οποίο, οφείλουμε να πιστώσουμε στη Κυπριακή Δικαιοσύνη. Φυσικά, όπως αναλύω κατωτέρω, υπάρχει μεγάλο περιθώριο βελτίωσης ώστε να φτάσουμε στα επίπεδα προστασίας που έχει θέσει η νομολογία του ΕΔΑΔ, αφού υπάρχει διάσταση στη νομολογία του ΕΔΑΔ και των Κυπριακών Δικαστηρίων σε σχέση πάντοτε με το χρόνο που οφείλει το Συμβούλιο να εξετάσει μια αίτηση για αποφυλάκιση επ αδεία.

 

  1. Αρχικά στην υπόθεση Χριστοδούλου Ιερόθεος άλλως Ρόπας,[ix] ο Αιτητής, ο οποίος έκτιε ποινή ισόβιας φυλάκισης, καταχώρησε αίτηση για άδεια για έκδοση προνομιακού εντάλματος Mandamus με το οποίο «να διατάσσεται το Υπουργικό Συμβούλιο όπως προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς την επιλογή ή/και διορισμό Συμβουλίου Αποφυλάκισης επ’ αδεία (Parole Board)».Ειδικότερα από τις 26.6.2012, που έληξε η θητεία του Συμβουλίου,  αυτό έπαυσε να λειτουργεί, επ’ αόριστο, ενώ δεν είχε διοριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο νέο Συμβούλιο, με αποτέλεσμα να μην δύναται, ο Αιτητής να παρουσιάσει το αίτημα του, να αποδείξει δηλαδή ότι δεν είναι επικίνδυνος για τη κοινωνία και να μπορεί να συνεχίσει την έκτιση της ποινής του εκτός των φυλακών. Ο Αιτητής προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο  έχοντας ως κεντρικό άξονα της επιχειρηματολογίας του την υπόθεση Betteridge v. Τhe United Kingdom και επικαλέστηκε ότι  υφίστατο παραβίαση των δικαιωμάτων του ως κατοχυρώνονται από το Άρθρο 5(4) της ΕΣΔΑ που υποχρεώνει τα κράτη μέλη της Σύμβασης να κρίνουν τάχιστα διαδικασίες σχετικά με την ανθρώπινη ελευθερία. Μετά από σχετική άδεια που δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο για καταχώρηση αίτησης για έκδοση διατάγματος τύπου Mandamus, η Δημοκρατία συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις του ΕΔΑΔ και τις παρατηρήσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου και διορίστηκε Συμβούλιο, που έκτοτε λειτουργεί μέχρι σήμερα σχεδόν αδιάλειπτά.

 

  1. Αξίζει να σημειωθεί ότι από την δικηγορική έρευνα που έχω κάνει, στην Κύπρο αλλά και σε άλλες δικαιοδοσίες του Αγγλικού Κοινοδικαίου, δεν έχω εντοπίσει άλλη απόφαση που να δίδει άδεια για έκδοση προστακτικού διατάγματος τύπου «Mandamus» σε Υπουργικό Συμβούλιο, για πολλούς και διάφορους λόγους, και σε τούτο το σημείο έγκειται η σπουδαιότητα και μοναδικότητα της πιο πάνω απόφασης. Για τούτο εύλογα μπορεί να χαρακτηριστεί η πιο πάνω απόφαση μια από τις πιο προοδευτικές και θα έλεγα τολμηρές αποφάσεις, στο πεδίο της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των κρατουμένων.

 

  1. Αναμφισβήτητα, μελετώντας την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ρόπας, και γνωρίζοντας το συμβάντα που έλαβαν χώρα πριν το Δικαστήριο, εντός της αίθουσας και μετά, προκύπτει ότι ήταν καθοριστική και σημαίνουσα η συμβολή του Ανώτατου Δικαστηρίου στην εδραίωση, ενεργοποίηση και λειτουργία του Θεσμού της αποφυλάκισης επ’ αδεία και πρέπει να νιώθουμε περήφανοι για την συνδρομή της δικαιοσύνης της χώρας μας, στη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των κρατουμένων, που είναι από τις πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

 

  1. Στην μεταγενέστερη αίτηση του Π. Αγαπίου άλλως «Καυκαρή» για έκδοση προνομιακού διατάγματος Mandamus[x], φαίνεται να υπήρξε εντελώς διαφορετική προσέγγιση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην εν λόγω υπόθεση ο Αιτητής στράφηκε εναντίων της καθυστέρησης του (διορισμένου και ενεργού) Συμβουλίου αποφυλάκισης επ’ αδεία να εξετάσει την αίτηση του, αιτούμενος άδεια για καταχώριση αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος φύσεως mandamus, δια του οποίου να διατάσσεται το Συμβούλιο Αποφυλάκισης όπως, εντός καθορισμένης προθεσμίας ή και εντός εύλογου χρόνου, εξετάσει την αίτησή του. Προκριματικά τέθηκε από το Δικαστήριο, όχι απλώς ζήτημα εναλλακτικού ένδικου μέσου, αλλά ζήτημα δικαιοδοσίας, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 I(4) Περί Φυλακών Νόμου, οι αποφάσεις του Συμβουλίου δύνανται να προσβληθούν με προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.  Όπως το έθεσε το Δικαστήριο στην απόφαση του: «στον όρο «αποφάσεις» δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνονται και οι παραλείψεις εν τη εννοία του Άρθρου 146.2» και κρίθηκε ότι δικαιοδοσία για να κρίνουν τη καθυστέρηση στην εξέταση αυτών των αιτήσεων είχαν τα Διοικητικά Δικαστήρια της Δημοκρατίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση, αν και δεν δόθηκε άδεια για προνομιακό διάταγμα, το Ανώτατο Δικαστήριο, έστω και υπό μορφή obiter dictum εξέφρασε ανησυχίες για τη καθυστέρηση και κοινοποίησε την απόφαση του στο Συμβούλιο για να προβεί στα δέοντα μέτρα.

 

  1. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην αίτηση του Σωτήρη Μεχμέτ για έκδοση προνομιακού διατάγματος Mandamus[xi], όπου και πάλι το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αποφασίζοντας ότι: «η παράλειψη ορισμού ημερομηνίας εξέτασης της αίτησης για αποφυλάκιση, δεν ενεργοποιεί την προνομιακή δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενόψει της φύσης των αποφάσεων του Συμβουλίου Αποφυλάκισης που εμπίπτουν στη σφαίρα του Διοικητικού Δικαίου»[xii].

 

  1. Προσωπικά διαφωνώ με τις πιο πάνω αποφάσεις και δεν πιστεύω ότι το ένδικο μέσο της αίτησης ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος είναι αποτελεσματική θεραπεία στις περιπτώσεις καθυστέρησης στην εξέταση μιας αίτησης για επ’ άδειά αποφυλάκιση ενός κρατούμενου ή έστω δεν δίδει τη δραστική θεραπεία που απαιτείται υπό τις περιστάσεις, έχοντας υπόψη πάντοτε τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ. Αυτό για τους εξής λόγους:

 

(α) Η δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων είναι ακυρωτική και όχι προστακτική. Για να είχαμε αποτελεσματική θεραπεία το Δικαστήριο έπρεπε να έχει εξουσία να διατάξει το Συμβούλιο να προβεί σε άμεση εξέταση μιας  καθυστερημένης αίτησης.

 

(β) Ακόμα και εάν ακυρωθεί μια καθυστέρηση, ως παράλειψή οφειλόμενης ενέργειας ή ως παραβίαση του δικαιώματος αναφοράς, και πάλι μετά την ακύρωση της παράλειψης-άρνησης αυτής, πρέπει να λάβει χώρα επανεξέταση (βλέπε 146(5) του Συντάγματος) και άρα με την επανεξέταση δεν δίδεται δραστική λύση-θεραπεία στο πρόβλημα της καθυστέρησης, αντίθετα δημιουργείται περισσότερη καθυστέρηση.

 

(γ) Εκ πείρας, μια διοικητική προσφυγή καθυστερεί ιδιαιτέρως να εκδικαστεί σε αντίθεση με το προνομιακό διάταγμα που μπορεί να αποφασιστεί άμεσα και να εκδικαστεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

 

(δ)Οι πιο πάνω αποφάσεις, που αρνήθηκαν τη παραχώρηση άδειας για έκδοση διατάγματος Mandamus, κατά τη ταπεινή μου άποψη, έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με το γράμμα και το πνεύμα της απόφασης του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Betteridge. Εάν μελετήσει κάποιος τα γεγονότα της απόφασης του ΕΔΑΔ, και της απόφασης των εθνικών δικαστηρίων της Αγγλίας, θα δει ότι ο Αιτητής προτού προσφύγει στο ΕΔΑΔ, προσέφυγε στο εθνικό Δικαστήριο ζητώντας την έκδοση προστακτικού διατάγματος (Mandatory injunction) με το οποίο να διατασσόταν η εξέταση της εκκρεμούσας Αίτησης του τάχιστα. Το Αγγλικό Δικαστήριο αν και δεν απέρριψε το επιχείρημα του Αιτητή ότι η καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης του ενδεχομένως να στοιχειοθετούσε παραβίαση του άρθρου 5(4) της ΕΣΔΑ, εντούτοις αρνήθηκε την έκδοση προστακτικού διατάγματος, με το αιτιολογικό ότι κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο για  τους υπόλοιπους κρατούμενους που είχαν σειρά και προηγείτο η εξέταση της Αίτησης τους και που δεν προσέφυγαν στο Δικαστήριο. Το ΕΔΔΑ απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς και αιτιολογική βάση της Αγγλίας, προτάσσοντας την αναγκαιότητα οργάνωσης του εθνικού συστήματος με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνεται τάχιστη εξέταση τέτοιων αιτήσεων. [xiii] Άρα τα Αγγλικά δικαστήρια όφειλαν να εκδώσουν προστακτικό διάταγμα, ως η αποτελεσματικότερη θεραπεία για την άμεση εξέταση μιας καθυστερημένης αίτησης.

 

(ε) Αφ’ ης στιγμής κάθε μέρα που καθυστερεί η εξέταση της αίτησης για αποφυλάκιση, συνιστά εκ νέου παραβίαση του άρθρου 5(4) της ΕΣΔΑ, αυτή η καθυστέρηση στοιχειοθετεί αυτόματα αγώγιμο δικαίωμα, για παραβίαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων του κρατούμενου, όπως έχει αποφασιστεί στην  Γιάλλουρος  ν. Nικολάου (2001) 1 ΑΑΔ 558[xiv]. Όμως για να μπορέσει κάποιος κρατούμενος να πάρει χρηματική αποζημίωση, από παραβίαση που είναι διοικητική πράξη ή παράλειψη, με βάση το άρθρο 146(6) του Συντάγματος, πρέπει πρώτα να ακυρωθεί αυτή η διοικητική πράξη για να αποβάλει το μανδύα του τεκμηρίου νομιμότητας της. Φανταστείτε πόσο χρόνο χρειάζεται για ένα κρατούμενο να αποζημιωθεί, όταν πρέπει να ακυρωθεί η παράλειψη-άρνηση του Συμβουλίου να εξετάσει την αίτηση του τάχιστα και  μετά που θα λάβει ακυρωτική απόφαση να καταχωρήσει αγωγή στο επαρχιακό δικαστήριο? Ας προστεθεί σε αυτόν το χρόνο το ύψος της αποζημίωσης που, εκ πείρας, δεν αναμένουμε να είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Πόσοι κρατούμενοι, θα αναμένουν τόσο χρόνο και θα μπουν σε όλες αυτές τις δικαστικές διαδικασίες για να πάρουν μια συμβολική αποζημίωση μετά από αρκετά χρόνια?

 

  1. Μεταγενέστερα, αρκετές από τις ανησυχίες που εκφράζω επιβεβαιώθηκαν, αφού σε όσες υποθέσεις καταχωρήθηκαν στα διοικητικά δικαστήρια για καθυστέρηση της εξέτασης του αιτήματος εκδικάστηκαν τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη καταχώρηση της προσφυγής των κρατουμένων και άρα τα διοικητικά δικαστήρια δεν έλυσαν το θέμα της καθυστέρησης στην εξέταση αυτών των αιτήσεων. Επίσης η νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων δεν είναι ευθυγραμμισμένη με την νομολογία του ΕΔΑΔ, που απαιτεί όπως η εξέταση της σχετικής αίτησης γίνεται την ίδια μέρα που καθίσταται κάποιος κρατούμενος είναι δικαιούχος και κάθε μέρα καθυστέρησης στην εξέταση της αίτησης για αποφυλάκιση επ’ αδεία συνιστά εκ νέου παραβίαση του άρθρου 5(4) της ΕΣΔΑ. Επιπλέον υπάρχει διάσταση στη νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων και εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση του θέματος [xv].

 

  1. Ως αποτέλεσμα τούτου παραμένει θολή και θα έλεγα αναποτελεσματική η δικαστική προστασία των κρατουμένων που καθυστερεί η εξέταση της αίτησης τους για αποφυλάκιση επ’ αδεία, και οι κρατούμενοι στηρίζονται στη καλή πίστη του Συμβουλίου όχι στη δικαστική προστασία.

 

 

Γιάννης Πολυχρόνης

Μέλος Δ.Ν.Σ. «Κράτος Δικαίου»

 

 

 

 

[i] Αναγνωρισμένο και από τη σύσταση της Επιτροπής Υπουργών της Ευρώπης : «Recommendation Rec(2003)22  of the Committee of Ministers to member states on conditional release (parole), adopted by the Committee of Ministers on 24 September 2003 at the 853rd meeting of the Ministers’ Deputie»

 

[ii] Όπου αναφέρουν ότι κάθε πρόσωπο που στερείται της ελευθερίας του με σύλληψη ή κράτηση δικαιούται να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο, ούτως ώστε αυτό να κρίνει «ταχέως» (speedily) τη νομιμότητα της κράτησης του και να διατάξει  την απόλυσή του εάν η κράτηση δεν είναι νόμιμη

 

[iii] Σχετικά βλέπε την υπόθεση Oldham v United Kingdom (36273/97) (2001) 31 E.H.R.R. 34, παράγραφος 30, Stafford v. United Kingdom  (2002) 35 E.H.R.R. 32 παράγραφος 87-90 και «Von Bulow v Τhe United Kingdom, no. 75362/01, 7.10.2003, para. 23-24» όπου  το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Αγγλία για παραβίαση του άρθρου 5(4) ακολουθώντας τα νομολογηθέντα  στην υπόθεση Stafford v. Τhe United Kingdom

 

[iv] Το ΕΔΑΔ πρώτη φορά στην υπόθεση Weeks v Uk  ανάλυσε το θέμα της δια βίου φυλάκισης , σε ισοβίτη του οποίου η άδεια ανακλήθηκε και επέστρεψε να εκτίσει τη ποινή του, χωρίς να υπάρχουν κανόνες δικονομικοί για την διαδικασία ανάκλησης της αποφυλάκισης επ αδεία. Το ΕΔΑΔ στην απόφαση του ανέφερε για πρώτη φορά ότι το Parole Board for England and Wales έχει την απαραίτητη ανεξαρτησία για να αποτελέσει« δικαστήριο »κατά την έννοια του άρθρου 5(4), της ΕΣΔΑ. Κατά την εξέταση του εάν ο κρατούμενος πρέπει να απελευθερωθεί, το συμβούλιο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο κρατούμενος παραμένει ένας κίνδυνος για το κοινό. Όπως το έθεσε το ΕΔΑΔ, η ελευθερία που απολαμβάνει ένας ισοβίτης είναι πιο περιορισμένη από το νόμο και πιο επισφαλής από την ελευθερία που απολαμβάνει ο απλός πολίτης, αλλά ωστόσο δεν παύει να είναι ένα καθεστώς ελευθερίας για τους σκοπούς του άρθρου 5 της Σύμβασης.

 

[v] Βλέπε υπόθεση R (Smith) v Parole Board (2005) UKHL

 

[vi] Betteridge v. Τhe United Kingdom no. 1497/10, 29.01.2013

 

[vii] Hill v. v. Τhe United Kingdom (Application no. 22853/09)

 

[viii] Βλέπε περί Φυλακών (Τροποποιητικός) Νόμος του 2009 (Ν. 37(I)/2009) Ε.Ε., Παρ.Ι(I), Αρ.4203, 24/4/2009

 

[ix] Χριστοδούλου Ιερόθεος άλλως Ρόπας (2013) 1 ΑΑΔ 520 πολιτική αίτηση 23/2013

 

[x] αναφορικά με την αίτηση του Π. Αγαπίου άλλως «Καυκαρή» για έκδοση προνομιακού διατάγματος Mandamus, Πολιτική Αίτηση Αρ. 100/2017,  απόφαση ημερομηνίας 19 Ιουλίου 2017

 

[xi] Πολιτική Αίτηση Αρ. 101/2017,  αναφορικά με την αίτηση του Σωτήρη Μεχμέτ για έκδοση προνομιακού διατάγματος Mandamus, απόφαση ημερομηνία 19 Ιουλίου 2017

 

[xii] Το θέμα της δικαιοδοσίας για Mandamus είχε αποφασιστεί και προγενέστερα στην Αίτηση  του  Άθου  Χαραλάμπους   αρ. 28/14, για άδεια καταχώρησης αίτησης για την έκδοση εντάλματος mandamus, ημερ. 25.2.2014), στην οποία παραπέμπει το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

[xiii] Το ΕΔΑΔ στην υπόθεση Betteridge v. Τhe United Kingdom no. 1497/10, 29.01.2013 απορρίπτοντας του ισχυρισμούς ανέφερε τα εξής σχετικά: «40.  The Court accepts that it would have been unfair and impractical to fast-track prisoners who had pursued successful judicial review proceedings to the detriment of prisoners who, although also entitled to enjoy a speedy review in accordance with Article 5 § 4, had not. Thus, as far as securing the applicant a speedy review before the Parole Board was concerned, in finding a violation of Article 5 § 4, the judge in the High Court did all that could be expected of him in the circumstances of the systemic problem with which he was confronted. The Court further acknowledges that by the time of the High Court’s judgment, steps were being taken by the authorities to try and address the systemic delay. However, the fact remains that the situation of delay which arose at the relevant time was the direct result of the failure of the authorities to anticipate the demands which would be placed on the prison system as a result of the introduction of the IPP sentence. These demands were not unforeseeable (see, generally, the judgments of the High Court, the Court of Appeal and the House of Lords summarised in the Court’s judgment in James, Wells and Lee, cited above, and §§ 203, 206-210, 215-216 and 218 of that judgment). It was for the State to organise its judicial system in such a way as to enable its courts to comply with the requirements of Article 5 § 4 (R.M.D. v. Switzerland, 26 September 1997, § 54, Reports of Judgments and Decisions 1997VI; Hutchison Reid v. the United Kingdom, no. 50272/99, § 78, ECHR 2003IV; and Abidov v. Russia, no. 52805/10, § 61, 12 June 2012). The belated steps taken by the authorities to address the systemic problem did not relieve them of their obligation to ensure that the applicant enjoyed a speedy review as required by that Article. The failure to implement the applicant’s entitlement under Article 5 § 4 of the Convention continued for some good while after the ruling by the High Court.

  1. In the circumstances, the Court is satisfied that the acknowledgment of the continuing breach of the Convention by the High Court did not in itself afford to the applicant adequate redress such as to deprive him of victim status for the purposes of Article 34 of the Convention (compare and contrast Kustila and Oksio (dec.), no. 10443/02, 13 January 2004). The Government’s objection is accordingly rejected»

 

[xiv] Σχετικά είναι ασφαλώς και τα άρθρα 11(8) του Συντάγματος και 5(5) της ΕΣΔΑ, γιατί η βάση της αγωγής στηρίζεται στην ανθρώπινη ελευθερία.

 

[xv] Βλέπε τις εξής αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων:

  • προσφυγή υπ’ αριθμό 156/2019 Χριστοφή ν Συμβούλιο Αποφυλάκισης Επ αδεία, απόφαση ημερομηνίας 2 Ιουλίου 2019, όπου απορρίφθηκε η προσφυγή γιατί δεν αποδείχτηκε παράλειψη του Συμβουλίου για τον 1 και πλέον χρόνο καθυστέρησης της εξέτασης του αιτήματος για αποφυλάκιση επ αδεία και μάλιστα απορρίφθηκε ως πρόωρη η προσφυγή.
  • προσφυγή υπ’ αριθμό 191/2019 Παντελή ν Συμβούλιο Αποφυλάκισης Επ αδεία, απόφαση ημερομηνίας 31/10/ 2019, όπου υιοθετήθηκε το σκεπτικό της υπόθεσης 156/2019 ανωτέρω.
  • Προσφυγή XX V Συμβούλιο Αποφυλάκισης επ’ αδεία, υπόθεση αρ.192/19,απόφαση ημερομηνίας 20/07/2020 όπου η απόφαση του Διοικητικού δικαστηρίου άλλης σύνθεσης εξέδωσε αντίθεση απόφαση και ακύρωσε την παράλειψη του Συμβουλίου να εξετάσει τάχιστα την αίτηση του Αιτητή

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *