• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΟΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΩΝ ΣΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΩΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΝΝΟΜΗ ΤΑΞΗ- ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ

Α. Ο κανόνας- υποχρεωτική η παρουσία ενός κατηγορουμένου στην Δίκη του.

  1. Σύμφωνα με το Κυπριακό Σύνταγμα, άρθρα 12(5) και 30, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που κυρώθηκε με τον Ν.39/62, την Ποινική Δικονομία Κεφ. 155, άρθρα 44, 45(1), 63(3) και 89(1) αλλά και την Νομολογία, ερμηνευτική των εν λόγω διατάξεων, ένας κατηγορούμενος έχει τόσο το δικαίωμα όσο και την υποχρέωση να παρευρίσκεται στη δίκη του και εις περιπτώσεις όπου δεν επιθυμεί να είναι παρών, τότε οφείλει να ζητήσει άδεια από το Δικαστήριο για να μην παρευρεθεί στη δίκη του[1].

 

  1. Σύμφωνα με το άρθρο 89 (1) της ποινικής δικονομίας, σε περίπτωση απουσίας ενός κατηγορουμένου, το Δικαστήριο εφόσον υπάρχει απόδειξη της επίδοσης του κατηγορητήριου, έχει εξουσία είτε να προχωρήσει στην ακρόαση της υπόθεσης και να αποφασίσει στην απουσία του κατηγορούμενου ή, αν θεωρεί σκόπιμο να αναβάλει την υπόθεση και να εκδώσει ένταλμα για τη σύλληψη του. Για να απαλλαγεί κάποιος από την υποχρέωση να είναι παρών στην δίκη του θα πρέπει να πάρει σχετική άδεια από το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 45 της Ποινικής Δικονομίας

 

  1. Παρόλο που το όλο θέμα αν θα προχωρήσει δηλαδή το πρωτόδικο δικαστήριο να ακούσει την υπόθεση και επιβάλει ποινή στην απουσία του κατηγορουμένου ή αν θα εκδώσει ένταλμα σύλληψης για να είναι αυτός παρών, είναι στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, σε υποθέσεις που ενέχουν το στοιχείο της ανεντιμότητας (dishonesty) και η ποινή που θα επιβληθεί είναι αυτή της φυλάκισης, η νομολογία μας επιτάσσει όπως το δικαστήριο εκδίδει ένταλμα σύλληψης για να είναι παρών ο κατηγορούμενος[2]. Το ίδιο ισχύει ακόμα και στις περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος ευθύνεται αποκλειστικά για την μη παρουσία του στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της δίκης του[3]. Όσο μεγαλύτερη είναι η σοβαρότητα του αδικήματος, τόσο πιο μεγάλη η ανάγκη να είναι παρών ο κατηγορούμενος στην Δίκη του[4].

 

  1. Κατά πόσο το δικαστήριο θα προχωρήσει στην απουσία κατηγορουμένου να ακούσει την υπόθεση και να επιβάλει ποινή ή να εκδώσει ένταλμα σύλληψης για να είναι αυτός παρών, επαφίεται στη διακριτική του εξουσία, η οποία ασκείται δικαστικά. Κατά την άσκησή της, λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως η φύση και η σοβαρότητα των κατηγοριών, κατά πόσο αυτές ενέχουν το στίγμα της ανεντιμότητας, το είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλεται για τέτοιου είδους κατηγορίες, εάν ο κατηγορούμενος βαρύνεται ή όχι με προηγούμενες καταδίκες[5]κατά πόσο αυτός έχει παραιτηθεί οικειοθελώς του δικαιώματος να είναι παρών, ή, καίτοι απών, εκπροσωπείται από συνήγορο και δηλώνει ότι επιθυμεί να είναι παρών

 

  1. Επίσης σύμφωνα με την Νομολογία μας ως θέμα γενικής αρχής, σε υποθέσεις που το Δικαστήριο σκοπεύει εκτός από τη χρηματική ποινή να εκδώσει κάποιο διάταγμα εναντίον του κατηγορουμένου, όπως για παράδειγμα διάταγμα κατεδάφισης μιας οικοδομής ή τερματισμού λειτουργίας ενός κέντρου αναψυχής η διακριτική ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο το άρθρο 89(1) του Κεφ. 155, πρέπει να ασκείται υπέρ της έκδοσης εντάλματος σύλληψης για να είναι παρών ο κατηγορούμενος και να υπερασπισθεί τον εαυτό του[6] .

 

  1. Στην υπόθεση ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ v. ALPHA BANK CYPRUS LTD[7], το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε μια μακροχρόνια πρακτική που επικρατούσε στα δικαστήρια σε υποθέσεις που καταχωρούνταν ποινικές κατηγορίες για παράλειψη πληρωμής μηνιαίων δόσεων, και ενώ απουσίαζε ο κατηγορούμενος, από τη πρώτη σχεδόν εμφάνιση τα δικαστήρια προχωρούσαν σε ερήμην εκδίκαση και εντός της ίδιας μέρας καταδικάζονταν οι κατηγορούμενοι και πέραν της χρηματικής ποινής τα δικαστήρια εξέδιδαν παράλληλα διατάγματα είσπραξης οφειλόμενων ποσών. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώνοντας την καταδίκη χαρακτήρισε πλέον τις κατηγορίες αυτές ως σοβαρές και ακυρώνοντάς την καταδίκη διέταξε την επανεκδίκαση της υπόθεσης.

 

  1. Στην πολύ πρόσφατή, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2015[8], απόφαση ημερομηνίας 7 Νοεμβρίου, 2018, ο α κατηγορούμενος, που εμφανιζόταν ενώπιον του Δικαστηρίου, παραδέχτηκε τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και ποινή. Έκτοτε ο κατηγορούμενος δεν ξαναεμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης σε διάφορες ημερομηνίες, που ουδέποτε εκτελέστηκαν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, φοβούμενο να επιβάλει ποινή στο κατηγορούμενο ερήμην, προφανώς, λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος, απέρριψε την υπόθεση και απάλλαξε το κατηγορούμενο από την κατηγορία που είχε παραδεχτεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, λόγο της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, η οποία ισοδυναμούσε με περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας όφειλε το Πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρήσει και να του επιβάλει ποινή ερήμην, αναφέροντας μάλιστα ότι: ««… η κρατούσα τάση είναι η εκδίκαση να λαμβάνει χώρα στην παρουσία του κατηγορούμενου. Εξίσου όμως δυναμικά προκύπτει η ανάγκη διασφάλισης του κύρους της διαδικασίας ως μέρος της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να πράττει διαφορετικά αν το θεωρεί ότι η πορεία αυτή προστατεύει και διαφυλάσσει το κύρος της διαδικασίας»[9].

Β) Εξαιρέσεις στο Κυπριακό Δίκαιο

  1. Ψυχικά Ασθενείς.: Οι ψυχικά ασθενείς κατηγορούμενοι που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν την διαδικασία μπορούν δυνάμει των προνοιών του άρθρου 70 της ποινικής δικονομίας να εξαιρεθούν από την υποχρέωση παράστασης τους στο Δικαστήριο. Το κριτήριο που εφαρμόζει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι λόγω ψυχικής διαταραχής ανίκανος να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Προτού το Δικαστήριο διατάξει την ερήμην διεξαγωγή της Δίκης, διατάσσει όπως ο κατηγορούμενος τεθεί υπό παρακολούθηση ψυχιάτρου για την παροχή της αναγκαίας νοσηλείας, μέχρις ότου βελτιωθεί η κατάσταση του σε σημείο που να δύναται να παρακολουθήσει τη διαδικασία, και εάν τούτο δεν γίνει εφικτό μέσα σε 4 μήνες τότε προχωρά στην ερήμην εκδίκαση της υπόθεσης.

 

  1. Αν ο κατηγορούμενος δεν συμπεριφέρεται ευπρεπώς- άρθρο 63 του κεφ 155: Σύμφωνα με το άρθρο 63 του κεφ 155 σε περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος δεν συμπεριφέρεται ευπρεπώς στην αίθουσα του Δικαστηρίου,, το Δικαστήριο δύναται, κατά τη διακριτική του εξουσία, να διατάξει όπως ο κατηγορούμενος μεταφερθεί και παραμείνει υπό κράτηση και να συνεχίσει τη δίκη στην απουσία του προβαίνοντας σε τέτοιες διευθετήσεις οι οποίες κατά την κρίση του φαίνονται επαρκείς για την ενημέρωση του κατηγορούμενου για όσα ανταλλάχτηκαν κατά τη δίκη και για την προετοιμασία της υπεράσπισης του. Το Δικαστήριο δύναται, αν θεωρεί αυτό κατάλληλο, να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να παραμένει εκτός του Δικαστηρίου καθ’ όλη τη διάρκεια ή μέρος της δίκης, με τέτοιους όρους ως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.

Γ. Το Πρόβλημα με το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (ΕΕΣ).

  1. Το ΔΕΕ, μέχρι το 2016 στην νομολογία του για το ΕΕΣ, φαίνεται να προτάσσει την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ως υπέρτερη αρχή από τη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύει η ΕΣΔΑ, αφού ρητά και ξεκάθαρα το σκεπτικό του ΔΕΕ στην σκέψη 194 της Γνωμοδότησης Χ 2/2013 ήταν ότι η ΕΣΔΑ, «μπορεί να υποχρεώσει ένα κράτος μέλος να ελέγχει αν κάποιο άλλο κράτος μέλος σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, παρά το γεγονός ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των εν λόγω κρατών μελών» και ως προς τούτο «η προσχώρηση είναι ικανή να διακυβεύσει την ισορροπία στην οποία στηρίζεται η Ένωση καθώς και την αυτονομία του δικαίου της Ένωσης».
  2. Στην υπόθεση Radu, ζητείτο η παράδοση για έκτιση ποινής που επιβλήθηκε ερρήμην, χωρίς να μετέχει ο Αιτητής στην διαδικασία και δεν εξετάστηκε στην απόφαση του ΔΕΕ στον απαιτούμενο βαθμό εάν η παράδοση του συγκρουόταν με το δικαίωμα υπεράσπισης και δίκαιης του κατηγορουμένου. Έτσι το ΔΕΕ στην απόφαση Radu υποβάθμισε τις πρόνοιες του άρθρου 1(3) της 2002/584/ΔΕΥ, και του άρθρου 48 (2) του ΧΘΔΕ, προτάσσοντας με αυτό τον τρόπο την «αμοιβαία εμπιστοσύνη» εις βάρος μιας ενδεχόμενης παραβίασης του δικαιώματος υπεράσπισης του εκζητούμενου.

 

  1. Το πρόβλημα στις περιπτώσεις που ζητείται η παράδοση για έκτιση ποινής μετά από ερημοδικία, είναι ότι, ακόμα και εάν ο εκζητούμενος έχει ένδικο μέσο στο κράτος έκδοσης του ΕΕΣ για να ακυρώσει την ερήμην καταδίκη, εντούτοις, στις πλείστες περιπτώσεις, από την στιγμή της σύλληψης του με ΕΕΣ μέχρι να το πράξει αυτό και να δικαστεί εκ νέου, το πιο πιθανόν να είναι υπόδικος, άρα εκτίει ποινή προληπτικά και αντίθετα στο τεκμήριο αθωότητας.

 

  1. Επίσης το ΔΔΕ στις πιο πάνω υποθέσεις αγνόησε τη σχετική νομολογία  και αρχές που έθεσε το ΕΔΑΔ, για το πότε μια Ερρημην καταδίκη συνιστά παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ[10]. Σύμφωνα με το ΕΔΑΔ ελλείψει οιασδήποτε ενδείξεως ότι ο κατηγορούμενος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να είναι παρών στην δίκη του, θεωρείται ως “προφανής αρνησιδικία”,  και αντίκειται προδήλως στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ[11].

 

  1. Επίσης η απόφαση Radu και το άρθρο 5 της 2002/584/ΔΕΥ[12], έρχεται σε πλήρη αντίθεση με σύστημα ποινικής δικαιοσύνης στην Κύπρο, όπου, με βάση την πάγια και ερμηνευτική του Συντάγματος[13] και της ποινικής δικονομίας,[14] νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως θέμα γενικής αρχής, σε υποθέσεις που ενέχουν το στοιχείο της ανεντιμότητας (dishonesty) ή και το στοιχείο της καταδολίευσης (deceive), ή στις οποίες προσανατολίζεται το δικαστήριο να επιβάλει ποινή φυλάκισης, ή σκοπεύει  να εκδώσει κάποιο διάταγμα εναντίον του κατηγορουμένου, η διακριτική ευχέρεια που ο Νόμος[15] παρέχει στο Δικαστήριο, πρέπει να ασκείται υπέρ της έκδοσης εντάλματος σύλληψης για να είναι παρών ο κατηγορούμενος και να υπερασπισθεί τον εαυτό του και δεν προχωρεί το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή φυλάκισης ερήμην του κατηγορουμένου[16].

 

  1. Γεννάται το ερώτημα, αφ’ ης στιγμής το Εθνικό μας δικαστήριο, στην βάση του Συντάγματος μας, δεν θα είχε ευχέρεια να εκδικάσει ερήμην τον εκζητούμενο εάν αντιμετώπιζε κατηγορίες όμοιες σε εθνικό δικαστήριο, ή να του επιβάλει ποινή φυλάκισης ερήμην, πως γίνεται να αποφασίζει την παράδοση κάποιου για έκτιση ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε ερήμην σε άλλη χώρα; Δεν παραβιάζει το Κυπριακό Σύνταγμα αυτή η παράδοση; Αυτά τα θέματα εγέρθηκαν για πρώτη φορά στην Πολιτική Έφεση Αρ. 193/2014[17], αλλά το Δικαστήριο επικαλούμενο  την αυστηρότητα εφαρμογής των κριτήριων άρνησης εκτέλεσης ΕΕΣ και την υπόθεση  Radu, του ΔΕΕ, δεν εξέτασε το θέμα. Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε από το Ανώτατο και σε άλλες υποθέσεις.[18] Μάλιστα μέχρι το έτος 2016 μόνο σε μια υπόθεση υπήρξε διχογνωμία από το Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου[19].

 

  1. Πολύ αργότερα, σε έφεση του Γ. Εισαγγελέα[20] το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου με τη σειρά του έκανε νομολογιακό άλμα και σε ταύτιση με τη γραμμή νομολογίας του ΕΔΑΔ, με απόφαση πλειοψηφίας, επικύρωσε την Πρωτόδικη απόφαση που αρνήθηκε την εκτέλεση ΕΕΣ και τη παράδοση του εκζητούμενου στις Ελληνικές Αρχές για έκτιση ποινής που επιβλήθηκε Ερήμην γιατί οι «εγγυήσεις» που δόθηκαν από τις Ελληνικές αρχές, δεν ήταν επαρκείς και δεν προσφέραν τη δυνατότητα στον εκζητούμενο να ακυρώσει την ερήμην του καταδίκη και να τύχει νέας εκδίκασης των υποθέσεων του παρά μόνο με την επίκληση ανωτέρας βίας. Σημαντική βέβαια είναι και η άποψη που καταγράφει η διχογνωμία, όπου εγείρει θέματα διαδικαστικών λαθών από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

  1. Είναι καλό να αναφερθεί ότι ένεκα της σύγκρουσης μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών σε σχέση με τις Ερημοδικίες αλλά και του κινδύνου που διέτρεχε η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης σε αυτό το τομέα, θεσπίστηκε η οδηγία (ΕΕ) 2016/343[21], ώστε να θεσπιστούν κοινοί ελάχιστοι κανόνες για τις ποινικές διαδικασίες σχετικά με το δικαίωμα παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του[22]. Η προαναφερθείσα οδηγία, λαμβανομένου υπόψη του ότι επιδιώκει ένα ελάχιστο επίπεδο εναρμόνισης, δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως πλήρης και εξαντλητική ρύθμιση[23]. Το ΔΕΕ κατά τη ερμηνεία της οδηγίας, κάνει ρητή αναφορά στην νομολογία του ΕΔΑΔ και τις αρχές που έχει θέσει, θέτωντας τέρμα σε αυτή τη διάσταση που προυπήρχε επί του θέματος, ενώ παράλληλα έχουν γινεί δεχτές εξαιρέσεις στην απόλυτη εφαρμογή του κανόνα για υποχρεωτική παράσταση ενός κατηγορούμενου στη δίκη του, που πάντοτε λαμβάνουν χώρα με τη συγκατάθεση του κατηγορούμενους[24].

[1] 1. βλέπε THE REPUBLIC v. NICOS DEMETRIADES AND ANOTHER, (1973) 2 C.L.R. 289

[2] (βλ. Niazi Ahmed v. Police 19 C.L.R. 127· Michael a.o. v. Police (1987) 2 C.L.R. 78

[3] Βλέπε Ioannis Socratis alias “Kokkalos” v. The Police, (1967) 2 C.L.R. 26

[4]  Στην υπόθεση ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 36/2014, 9/12/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την Πρωτόδικη απόφαση για ερήμην καταδίκη του εφεσίοντα, με το αιτιολογικό ότι το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ερήμην δεν ήταν σοβαρό, έχοντας υπόψη την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, ούτε ενέχει το στοιχείο του δόλου ή της ανεντιμότητας και η δε ποινή που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο  ήταν πρόστιμο ύψους €65.

[5] (βλ. Niazi Ahmed v. Police 19 C.L.R. 127· Michael a.o. v. Police (1987) 2 C.L.R. 78

[6] βλέπε Ποινική Έφεση Μάριος Αριστοδήμου ν Κ.Ο.Τ.,(2007) 2 Α.Α.Δ 193) όπου λέχθηκαν τα εξής«Αυτό που μας προβλημάτισε είναι το κατά πόσο θα έπρεπε το Δικαστήριο να εκδώσει ένταλμα σύλληψης για να είναι παρών ο εφεσείων και να ακουστεί στο θέμα της ποινής, ιδιαίτερα στην έκταση που θα εκδιδόταν διάταγμα τερματισμού της λειτουργίας του κέντρου, ποινή που είναι δραστικής μορφής. Η προαναφερθείσα υπόθεση Michael & Others v. Police, μιλά για ποινή φυλάκισης. Είμαστε όμως της άποψης ότι σε περιπτώσεις που εκτός από χρηματική ποινή το δικαστήριο σκοπεύει να εκδώσει και κάποιο διάταγμα εναντίον ενός κατηγορουμένου, όπως για παράδειγμα διάταγμα κατεδάφισης μιας οικοδομής ή τερματισμού λειτουργίας ενός κέντρου αναψυχής, η απονομή της δικαιοσύνης επιτυγχάνεται καλύτερα με το να είναι ο κατηγορούμενος παρών και  να ακούεται επί του θέματος.»

[7] 1ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ v. ALPHA BANK CYPRUS LTD, (2012) 2 Α.Α.Δ. 167, 27 Μαρτίου, 2012

[8] SUREFOOD LTD ν ΧΧΧ Μιχαήλ, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2015απόφαση ημερομηνίας 7 Νοεμβρίου, 2018,

[9] Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό μορφή obiter, τόνισε την ανάγκη τροποποίησης του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου και της ενσωμάτωσης των προνοιών της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 2016, με παράλληλη τροποποίηση των  ποινικών Εντύπων 9 και 10 ώστε να ενημερώνεται ευθύς εξαρχής ο κατηγορούμενος για τις συνέπειες της μη παράστασής του.

[10]Βλέπε υποθέσεις: SEJDOVIC v. ITALY (Application no. 56581/00) της 1ης Μαρτίου 2006, Haralampiev  v. Bulgaria (Application no 29648/03 της 24ης Απριλίου 2012,  IDALOV v. RUSSIA (Application no. 5826/03)της 22ας Μαΐου 2012 και MEDENICA v. SWITZERLAND (Application no. 20491/92) της 14ης Ιουνίου 2001

[11] (Βλ. SEJDOVIC v. ITALY (§ 84))

[12] όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299

[13] άρθρα 12(5) και 30,

[14] άρθρα 44, 45(1), 63(3) και 89(1) της ποινικής δικονομίας κεφ 155

[15] το άρθρο 89(1) του Κεφ. 155

[16] Βλεπε υποθέσεις THE REPUBLIC v. NICOS DEMETRIADES AND ANOTHER, (1973) 2 C.L.R. 289, Μάριος Αριστοδήμου ν Κ.Ο.Τ.,(2007) 2 Α.Α.Δ 193. Michael & Others v. Police (1987) 2 C.L.R,  Ioannis Socratis alias “Kokkalos” v. The Police, (1967) 2 C.L.R. 26 και Ποταμός ν Alpha Bank

[17] Ρογήρος Μιχαήλ Χατζηκυπριανού ν Γ Εισαγγελέας Πολιτική Έφεση Αρ.  193/2014)

[18] Νεοφύτου ν. Γενικού Εισαγγελέα Π.Ε. 262/16, ημερ. 29.9.2016 (απόφαση πλειοψηφίας) John Constantinides ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Π.Ε. 347/2014 ημερ. 5.3.2015) και Μεσαρίτης ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Π.Ε. 267/17

[19] Νεοφύτου ν. Γενικού Εισαγγελέα Π.Ε. 262/16, ημερ. 29.9.2016, απόφαση μειοψηφίας

[20] ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν xxx ΠΡΟΪΟΣ, Έφεση Αρ. 230/2019, απόφαση ημερ. 3 Μαρτίου, 2020

[21] Οδηγία (ΕΕ) 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας (ΕΕ 2016, L 65, σ. 1).

[22] αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, Milev, C 310/18 PPU

[23] Βλέπε υπόθεση C-8/19 PPU, της 12ης Φεβρουαρίου 2019, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.

[24] Στην υπόθεση C-688/18, της 13ης Φεβρουαρίου 2020, το ΔΕΕ έχει αποφανθεί ότι εφόσον ο κατηγορούμενος έχει ενημερωθεί εγκαίρως τόσο για τη διεξαγωγή της δίκης του όσο και για τις συνέπειες της μη παράστασής του σε αυτήν και έχει εκπροσωπηθεί από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο τον οποίο διόρισε ο ίδιος, δεν προσβάλλεται το δικαίωμά του να παρίσταται στη δίκη του, σε περίπτωση που:

  • ο ίδιος αποφάσισε με τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση να μην παραστεί σε μία από τις συνεδριάσεις στο πλαίσιο της δίκης του, ή
  • δεν παρέστη σε μία από τις συνεδριάσεις αυτές για λόγο πέραν του ελέγχου του, πλην όμως, κατόπιν της συγκεκριμένης συνεδρίασης, ενημερώθηκε για τις δικονομικές πράξεις οι οποίες διενεργήθηκαν ερήμην του και αποφάσισε, έχοντας επίγνωση της κατάστασης, να δηλώσει είτε ότι δεν θα επικαλούνταν την απουσία του για να αμφισβητήσει τη νομιμότητα των ως άνω πράξεων είτε ότι επιθυμούσε να μετάσχει στις πράξεις αυτές, με αποτέλεσμα το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο να επαναλάβει τις εν λόγω πράξεις, προβαίνοντας ειδικότερα σε συμπληρωματική εξέταση μάρτυρα, στην οποία ο κατηγορούμενος μπόρεσε πράγματι να μετάσχει πλήρως.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *