• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

ΕΔΑΔ ν. Ανώτατο Δικαστήριο

Στις ποινικές δίκες, το τεκμήριο υπέρ της ανθρώπινης ελευθερίας και το τεκμήριο αθωότητας επιτάσσουν κατηγορηματικά, όπως ένας κατηγορούμενος κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης που αντιμετωπίζει παραμένει ελεύθερος ή έστω όπως εξασφαλιστεί η παρουσία του με περιοριστικούς όρους. Μόνο κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η προφυλάκιση ενός κατηγορουμένου και κατά τεκμήριο αθώου, αποκλειστικά και μόνο όταν αποδεικνύεται ενώπιον του Δικαστηρίου από την κατηγορούσα αρχή ότι υφίσταται είτε (α) κίνδυνος να μη προσέλθει στη δίκη του είτε (β) κίνδυνος επαναδιάπραξης άλλων αδικημάτων (reoffending) είτε (γ) κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων.

Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθώ με τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου που αφορούν τη κράτηση ενός κατηγορούμενου για το λόγο, ότι εάν αφεθεί ελεύθερος υφίσταται  κίνδυνος διάπραξης άλλων νέων αδικημάτων (reoffending) και την σύγκρουση της νομολογίας μας με αυτή του ΕΔΑΔ. Τα πιο πάνω εγέρθηκαν  στην πάρα πολύ πρόσφατη απόφαση του ημερομηνίας 29/06/2020 ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 31/2020, 32/2020, 29/6/2020, πλην όμως το Ανώτατο Δικαστήριο, αν και συμφώνησε ότι αυτό το ζήτημα είναι: «ενδιαφέρον και πολλές φορές καθοριστικό για τη κράτηση» εντούτοις το άφησε ανοικτό, αναβάλλοντας επ’ αόριστο την επίλυση του.

Με βάση τη μέχρι σήμερα ισχύουσα νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου για να διαταχθεί η κράτηση ενός κατηγορούμενου λόγω ύπαρξης κίνδυνου διάπραξης νέων αδικημάτων, πρέπει να αποδειχθεί στο Δικαστήριο «ισχυρή πεποίθηση» ότι εάν αφεθεί ελεύθερος ο κατηγορούμενος, υπάρχει κίνδυνος ότι θα διαπράξει άλλα αδικήματα και ότι αυτός έχει «αυξημένη ροπή» και «τάση» προς το έγκλημα. Επίσης με βάση τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται «ακριβής μαρτυρία». Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η «ισχυρή εντύπωση» ότι υπάρχει αυτή η «πιθανότητα» (Βλέπε Σιακαλλή ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 130, 14 Mαΐου, 1997). Και πάλι με βάση τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου,  προκειμένου να λάβει χώρα πρόβλεψη ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων από ένα κατηγορούμενο πρόσωπο απαιτείται να συ-σταθμίζεται και συνυπολογίζεται ένα σύνολο παραγόντων  και η απόφαση για κράτηση σε τούτη τη νομική βάση, πρέπει να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης, είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της.

Το πότε αποδεικνύεται «ισχυρή πεποίθηση» ότι ο υπόδικος έχει «αυξημένη ροπή»
 και «τάση» προς το έγκλημα ή το ποια ακριβώς είναι αυτά «τα στοιχεία», που δημιουργούν «ισχυρή εντύπωση», δεν διασαφηνίζεται από τη νομολογία μας και επαφίεται έτσι στην διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος δικαστηρίου, ανά περίπτωση.

Με αυτό το ασαφές και αόριστο θεωρητικό υπόβαθρο έγινε δεχτό και παγιώθηκε από τη Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, ότι οι ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίων ενός κατά τεκμήριο αθώου κατηγορούμενου παρά το ότι δεν έχουν εκδικαστεί ούτε τελεσιδικήσει, (είτε είναι καταχωρημένες είτε όχι, ανεξαρτήτως εάν βρίσκονται στα συρτάρια της Εισαγγελίας υπό μορφή RCI ή ανεξάρτητα από το πόσο καιρό εκκρεμούν ή ποια μαρτυρία υπάρχει) είναι παράγοντας που  λαμβάνεται υπόψη και συ-σταθμίζεται από το Δικαστήριο για να κρίνει εάν στοιχειοθετείτε κίνδυνος επαναδιάπραξης (reoffending) στο πρόσωπο ενός κατηγορούμενου, το ίδιο όπως οι προηγούμενες καταδίκες (βλέπε υποθέσεις Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 567 απόφαση ημερομηνίας 27 Οκτωβρίου, 2009, Μιχαηλίδης ν. Αστυνομίας (Αρ. 2) (2006) 2 ΑΑΔ 255, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Pένου Kώστα Κυριάκου και Άλλου (2001) 2 ΑΑΔ 373 και στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 597).

Νομολογιακή αρχή, που ως έχει καθιερωθεί, ενέχει αντίφαση εν τη εννοιολογική της σημασία, καθ’ ότι η φράση «επανα-διάπραξη» άλλων αδικημάτων, προϋποθέτει εννοιολογικά την προηγούμενη «διάπραξη» έστω και ενός αδικήματος. Πώς μπορούμε να κάνουμε αναφορά σε προηγούμενη «διάπραξη» άλλου αδικήματος,  όταν αναφερόμαστε αποκλειστικά  σε εκκρεμούσες υποθέσεις, που δεν έχουν εκδικαστεί ή τελεσιδικήσει και όπου ο κατηγορούμενος ενδύεται τον μανδύα του τεκμηρίου αθωότητας? Δεν είναι προδικαστική κρίση επί της ένοχής του  κατηγορούμενου, όταν λέμε ότι έχει διαπράξει ένα αδίκημα, για το οποίο ακόμα κατηγορείται ή θα δικαστεί?

Σταδιακά αυτή η νομολογιακή αρχή κατά την εφαρμογή της επεκτάθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε σε πληθώρα υποθέσεων τα Κυπριακά Δικαστήρια να έχουν αποφασίσει τη κράτηση κατηγορουμένων, με λευκό ποινικό μητρώο χωρίς καν να υπάρχει προηγούμενη καταδίκη ή έστω καταδίκη για παρόμοιας φύσης αδίκημα, μόνο για το λόγο ότι υπήρχαν εναντίων τους εκκρεμούσες υποθέσεις. Σε άλλες περιπτώσεις μάλιστα έτυχε τα Δικαστήρια μας να διατάξουν τη κράτηση κατηγορούμενων που είχαν προηγούμενη/ες καταδίκη/ες σε ποινή προστίμου  συνδυαζόμενες με εκκρεμούσες υποθέσεις. Με αυτό το τρόπο  υπήρξαν περιπτώσεις όπου τα Δικαστήρια που αποφάσισαν τη κράτηση σε αυτή τη νομική και πραγματική βάση, σχεδόν εξομοίωσαν τις άγνωστες εκκρεμούσες υποθέσεις που τίθονταν ενώπιον τους ωσάν να επρόκειτο για προηγούμενες καταδίκες, παραβλέποντας το τεκμήριο αθωότητας και τεκμήριο υπερ. της ανθρώπινης ελευθερίας.

Πρακτική/ες άκρως επικίνδυνη/ες για ένα κατηγορούμενο, χωρίς να υπάρχουν ασφαλιστικές δικλίδες για τον κίνδυνο κατάχρησης ή αυθαιρεσίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η Αστυνομία μπορεί να καταχωρήσει εναντίων ενός κατηγορούμενου όσες ποινικές υποθέσεις επιθυμεί, και παράλληλα μπορεί να διερευνήσει και να σχηματίσει όσους ποινικούς φάκελους και RCI θελήσει, ανεξαρτήτως της δύναμης της μαρτυρίας της, αφού όταν εξετάζεται από το Δικαστήριο ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων στο πρόσωπο ενός κατηγορούμενου προσώπου, δεν εξετάζεται η δύναμη της υπόθεσης που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ή των άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν, όπως γίνεται για παράδειγμα όταν εξετάζεται ο κίνδυνος φυγοδικίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις αποφασίζεται η κράτηση του κατηγορούμενου, εξετάζοντας μόνο την όψη ενός κατηγορητηρίου, που μπορεί να έχει όσες κατηγορίες έχει καταγράψει ο συντάκτης του.

Αντιθέτως με τη πιο πάνω νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και πρακτική των Κυπριακών Δικαστηρίων το ΕΔΑΔ, στην  υπόθεση PERICA OREB v. CROATIA[1], ξεκάθαρα και κατηγορηματικά αποφάσισε με απόλυτους όρους ότι παράλληλες ποινικές διαδικασίες που δεν έχουν τελεσιδικήσει, ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΥΠΟΨΗ. Όπως το ανέλυσε στη παράγραφο 113 της απόφασης του το ΕΔΑΔ, η αρχή του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας απαιτεί όπως να μην αναφέρονται απλώς εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες διαδικασίας ως απόδειξη της τάσης ενός κατηγορούμενου να διαπράττει ποινικά αδικήματα.[2] Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε και αποκρυσταλλώθηκε και στην πρόσφατη υπόθεση SEJDIJI v. THE FORMER YUGOSLAVREPUBLIC OF MACEDONIA,[3] που αφορούσε πολύ σοβαρές κατηγορίες οργανωμένου εγκλήματος και που το ΕΔΑΔ επανάλαβε την αρχή που έθεσε στην υπόθεση PERICA OREB v. CROATIA. Αν ανατρέξει κάποιος στις πιο πάνω υποθέσεις  θα διαπιστώσει ότι δεν επρόκειτο απλά για εκκρεμούσες ποινικές υποθέσεις, αλλά για ποινικές υποθέσεις όπου είχαν εκδικαστεί Πρωτόδικα, βρέθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και εκκρεμούσε έφεση εναντίων της καταδικαστικής απόφασης. Πόσο μάλλον στη δική μας νομολογία που λαμβάνονται υπόψη, απλά εκκρεμούσες υποθέσεις

Διαβάζοντας τη νομολογία του ΕΔΑΔ όπως έχει διαμορφωθεί μετά την υπόθεση OREB, θεωρώ ότι πλέον, είναι εξαιρετικά δύσκολο για  ένα Κυπριακό Δικαστήριο να αποφασίσει την κράτηση ενός κατηγορουμένου προσώπου επειδή απλά και μόνο εκκρεμούν εναντίων του ποινικές υποθέσεις ή εάν διερευνώνται εναντίων του ποινικές υποθέσεις.

Το θέμα ενδεχομένως να έχει και άλλες προεκτάσεις, γιατί εάν δεν λαμβάνονται υπόψη οι εκκρεμούσες υποθέσεις, με το αιτιολογικό ότι αυτή η πρακτική παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας, τότε θα μπορούσε να λεχθεί ότι απαγορεύεται να ειπωθούν ή έστω να αναφερθούν αυτές οι εκκρεμούσες υποθέσεις στο Δικαστήριο από τη κατηγορούσα αρχή (όπως γίνεται με τις καταδίκες που έχουν αποκατασταθεί) και η ενδεχόμενη αναφορά τους να συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αφού στοχεύει προφανώς στην μόλυνση του Δικαστηρίου με τη δημιουργία μιας δυσμενούς εικόνας για ένα κατηγορούμενο στο Δικαστήριο με γεγονότα άσχετα και μηδενικής αποδεικτικής βαρύτητας.

Η πιο πάνω σύγκρουση της νομολογίας μας με την νομολογία του ΕΔΑΔ εγέρθηκε, ως επίδικο, από την υπεράσπιση  στην πάρα πολύ πρόσφατη υπόθεση ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 31/2020, 32/2020, απόφαση του ημερομηνίας 29/06/2020, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αντιλαμβανόμενο τη σοβαρότητα του όλου θέματος  ζήτησε από το γραφείο του Γ.Ε όπως τοποθετηθεί επι των  αποφάσεων και όρισε επιπρόσθετη ημερομηνία δια να αγορεύσουν οι δυο πλευρές δια το συγκεκριμένο θέμα. Παραδόξως και ανεξάρτητα με το τι προηγήθηκε και ενώ στην απόφαση  του το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι «η επίλυση του όντως ενδιαφέροντος και πολλές φορές καθοριστικού ζητήματος για την ορθή εκτίμηση της παραμέτρου του κινδύνου διάπραξης νέων αδικημάτων», εντούτοις άφησε ανοικτό το θέμα χωρίς να το επιλύσει. Ουσιαστικά ενώ το Α.Δ κατά το στάδιο της ακρόασης ενώ αναγνώρισε τη σοβαρότητα του θέματος για τη  κράτηση κατηγορουμένων προσώπων,   εν τέλει «ένιψε τας χείρας του» σε τούτη την  σύγκρουση μεταξύ νομολογίας Ανωτάτου και ΕΔΑΔ, αφήνοντας αναπάντητο ένα τόσο σοβαρό και ουσιαστικό ερώτημα το οποίο άπτεται του υπέρτατου αγαθού, της ανθρώπινης ελευθέριας.

Με κάθε σεβασμό διαφωνώ με την απόφαση του Εφετείου να μην τοποθετείται επι ενός τόσο σοβαρού  θέματος, να μην αποφασίζει επί των ερωτημάτων τα οποία έθεσε η υπεράσπιση και να μην προβαίνει σε καθοδήγηση στα κατώτερα δικαστήρια, αφ’ ης στιγμής μάλιστα τα ερωτήματα δεν ήταν ακαδημαϊκής φύσεως και έθεταν με ξεκάθαρο και κατηγορηματικό τρόπο τη σύγκρουση και αντίθεση της νομολογίας μας με αυτή του ΕΔΑΔ. Ερωτήματα  μάλιστα που μας ταλανίζουν, αφού εγείρονται καθημερινά ενώπιον των Πρωτόδικων Δικαστηρίων, τόσο από την υπεράσπιση όσο και από τη κατηγορούσα αρχή. Και πάλι αφήνεται έτσι το ερώτημα να αιωρείται και να αναβάλλεται επ’ αόριστο η απάντηση του, ενώ παράλληλα εξακολουθεί να υφίσταται μεγάλη ανασφάλεια δικαίου στο σύστημα ποινικής μας δικαιοσύνης, τόσο από πλευράς κατηγορούσας αρχής όσο και από πλευράς υπεράσπισης, όσον αφορά πάντοτε τη κράτηση κατηγορουμένων προσώπων που εκκρεμούν εναντίων τους άλλες ποινικές υποθέσεις που δεν έχουν τελεσιδικήσει.

Συγκρούεται η νομολογίας μας επί του θέματος με αυτή του ΕΔΑΔ? Εάν ναι, ποια δεσμεύει τα Πρωτόδικα δικαστήρια μας? Ποια δεσμεύει τη κατηγορούσα αρχή? Πώς θα συμβουλέψουμε τους πελάτες μας όταν είναι άτομα λευκού ποινικού μητρώου, και θα ζητηθεί η κράτηση τους στη βάση εκκρεμούσαν υποθέσεων, με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ ή με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου?

Έχω την άποψη ότι απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο συγκρούεται η νομολογία μας με αυτή του ΕΔΑΔ ή κατά πόσο η υπόθεση OREB, έρχεται να αναιρέσει προηγούμενη νομολογία  δίδει η ίδια η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία όλες οι Συνταγματικές διατάξεις που αφορούν το μέρος ΙΙ του κυπριακού Συντάγματος, πρέπει να ερμηνεύονται, σε αρμονία με τη σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ,[4] που σε πλήθος αποφάσεών του το ΕΔΑΔ ακολουθεί μια εξελικτική προσέγγιση της Σύμβασης κατανοώντας την ως ένα «ζωντανό όργανο», που πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως των εκάστοτε σύγχρονων συνθηκών.[5] Για λόγους που ανάγονται στην προστασία του δικαιώματος της προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας, πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη το πλαίσιο προστασίας του δικαιώματος σύμφωνα με τη Σύμβαση,[6] ενώ στη βάση της διεθνούς βιβλιογραφίας δεσμεύεται ο Εθνικός Δικαστής από το νομολογιακό προηγούμενο και δεδικασμένο των αποφάσεων του ΕΔΔΑ.[7] 

Ακόμα όμως και εάν υποθέσουμε όμως ότι η εκκρεμούσα υπόθεση είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνει υπόψη και να «συνυπολογίζει» το Δικαστήριο, μετά την απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση OREB, πλέον από μόνη της μια εκκρεμούσα υπόθεση, είναι ένα στοιχείο μηδενικής αξίας. Μετά  την υπόθεση OREB το στοιχείο της εκκρεμούσας υπόθεσης είναι μειωμένης αποδεικτικής βαρύτητας και όταν τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου για να αντισταθμίζεται, πρέπει να του αποδίδεται μειωμένη ή σχεδόν μηδαμινή βαρύτητα και αμφιβάλλω κατά πόσο μπορούν πλέον από μόνες τους οι εκκρεμούσες υποθέσεις στοιχειοθετήσουν τη κράτηση ενός κατά τεκμήριο αθώου κατηγορούμενου.

Δυστυχώς, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, δεν άδραξε την ευκαιρία να ξεκαθαρίσει το ζήτημα και ως επακόλουθο συνεχίζει να παραμένει θολό το σημείο, και μέχρι σήμερα να αποφασίζεται η κράτηση κατηγορουμένων, επειδή εκκρεμούν εναντίων τους ποινικές υποθέσεις, πρακτική που έχει αποφασιστεί ήδη από το ΕΔΑΔ στις πιο πάνω αποφάσεις του ότι έρχεται σε αντίθεση με το τεκμήριο αθωότητας και άρα να γίνονται καθημερινές συζητήσεις στα πρωτόδικα δικαστήριο εάν η κράτηση ενός κατηγορουμένου, στη βάση εκκρεμούσων υποθέσεων,  παραβιάζει θεμελιώδη Συνταγματικά του δικαιώματα.

 

Γιάννης Πολυχρόνης

Μέλος Δ.Ν.Σ. «Κράτος Δικαίου»

 

[1] Βλέπε PERICA OREB v. CROATIA (Application no. 20824/09) 31 October 2013, (παράγραφο 113)

[2] Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε κρατούμενο που κατηγορείτο για αδικήματα διακίνησης ναρκωτικών σε 4 διαφορετικές χώρες. Επρόκειτο για βαρετό χρήστη ναρκωτικών, άνεργο που είχε καταδικαστεί Πρωτόδικα σε άλλες ποινικές υποθέσεις εναντίων των οποίων εκκρεμούσε έφεση Τα εθνικά δικαστήρια επέκτειναν την κράτησή του με βάση τον κίνδυνο επαναδιάπραξης (reoffending), βασιζόμενα αρκετές φορές στο γεγονός ότι είχε «καταδικαστεί» για ανάλογες παραβάσεις, ενώ στην πραγματικότητα εκρεμούσαν εναντίων του παράλληλες ποινικές διαδικασίες που μόνο προς το τέλος της περιόδου κράτησης επήλθε τελεσιδικία. Εν προκειμένω, το ΕΔΑΔ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 5 παράγραφος 3 της ΕΣΔΑ, και του άρθρου 6 παράγραφος 2 ΕΣΔΑ, καθώς οι ισχυρισμοί για αυτές τις παράλληλες διαδικασίες, που εκρεμοδικούσαν θεωρήθηκαν ως δεδομένοι, και άρα κρίθηκε η ενοχή του Αιτητή πριν την  ύπαρξη τελικής ετυμηγορίας του Δικαστηρίου για την ενοχή του,  παραβιάζοντας έτσι το τεκμήριο αθωότητας του.

[3] Βλέπε SEJDIJI v. THE FORMER YUGOSLAVREPUBLIC OF MACEDONIA (Application no. 8784/11)  7 June 2018 παράγραφο 38, όπου αναφέρθηκε ξεκάθαρα τα εξής: «The Court has previously held that when there is no formal finding of a previous crime by a final conviction, the principle of the presumption of innocence requires that proceedings that are merely pending cannot be referred to as  proof of a propensity to commit criminal offences (see Perica Oreb v. Croatia, no. 20824/09, § 113, 31 October)».

[4] Όπως λέχτηκε στην υπόθεση Varnavas Christofi Fouri a.o v. The Republic (1982) 2 C.L.R 120 «αποτελεί νομολογιακή Αρχη , ότι Συνταγματικές διατάξεις που προέρχονται από διεθνείς Συνθήκες ερμηνεύονται σύμφωνα με την Νομολογία των δικαιοδοτικών οργανών που έχουν την καθ΄υλη αρμοδιότητα της ερμηνείας των συνθηκών αυτών».

[5] Ενδεικτικά βλ. υπόθεση Tyrer v. UK 25.4.1978, serie A’ no 26 παρ. 32, Λουιζίδου κατά Τουρκίας απόφαση 23.3.1995,  Airey v Ireland απόφαση 9.10.1979, υπόθεση Goodwin ν UK και υπόθεση Hatton ν UK (2003), στις οποίες το ΕΔΑΔ Δικαστήριο του Στρασβούργου απεφάνθη ότι τα δικαιώματα που περιέχονται στην ΕΣΔΑ υπόκεινται συχνά σε μια «εξελικτική ερμηνεία», ώστε να μην μένουν απολιθωμένα ως αφηρημένες έννοιες αλλά να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα

[6] Βλ. Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, Δρ Κώστας Παρασκευάς σελ 13-14

[7] Βλέπε Ζολώτας Τ., Η δέσμευση του εθνικού δικαστή από το νομολογιακό προηγούμενο και δεδικασμένο των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, δημοσιευμένο στον ιστότοπο www. constitutionalism.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *