• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Συνταγματική Δικαιοσύνη και η Μεταρρύθμιση

Ι. Εισαγωγικά

Φέτος εορτάζεται η εκατονταετηρίδα από την ίδρυση του Αυστριακού Συνταγματικού Δικαστηρίου που εισήγαγε το συγκεντρωτικό έλεγχο της συνταγματικότητας και απετέλεσε σταθμό στην εξέλιξη της συνταγματικής δικαιοσύνης. Ο Hans Kelsen και ο Karl Renner, θεωρούνται οι συντάκτες του Αυστριακού Συντάγματος και οι εμπνευστές του συγκεκριμένου τρόπου οργάνωσης του συνταγματικού ελέγχου. Ο Kelsen κατέχει εξέχουσα θέση στη νομική επιστήμη και η πορεία του διασταυρώθηκε με την Κύπρο όταν του ανατέθηκε από τον ΟΗΕ να υποβάλει Γνωμοδότηση ως προς τη δυνατότητα ένταξης της Κύπρου στον Οργανισμό σε σχέση με τη Συνθήκη Εγγυήσεως και η οποία συντάχθηκε πριν την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας. Ο Renner, νομικός και οραματιστής πολιτικός, ανέθεσε στον Kelsen κομβικό ρόλο στη διαδικασία θέσπισης του Αυστριακού Συντάγματος θέτοντας το πλαίσιο για το Συνταγματικό Δικαστήριο.

Η παραπάνω ιστορική πραγματικότητα είναι χρήσιμη για να θέσει το πλαίσιο της συζήτησης εφόσον το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας υιοθέτησε σε σημαντικό βαθμό την Αυστριακή προσέγγιση ως προς τον έλεγχο συνταγματικότητας, προβαίνοντας στην απαραίτητη προσαρμογή στο δικοινοτικό χαρακτήρα του Συντάγματος. Το αρχικό σύστημα μεταβλήθηκε ουσιωδώς με τον Ν. 33/64 και σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία για εισαγωγή ενός νέου συστήματος συνταγματικής δικαιοσύνης, του τρίτου σε έξι δεκαετίες. Προκύπτει, συνεπώς, μια σειρά από ζητήματα: πρώτον, οι λόγοι εγκατάλειψης του αρχικού μοντέλου, δεύτερον, οι λόγοι επιλογής του συστήματος του Ν. 33/64, τρίτον, οι λόγοι εισαγωγής του τρίτου συστήματος που τώρα συζητείται. Η μεθοδολογία κάθε περίπτωσης και η ύπαρξη συγκεκριμένης αιτιολογικής βάσης αλλά και φιλοσοφίας αποτελούν το ζητούμενο.

Το Κυπριακό συνταγματικό δίκαιο αποτελεί ειδικό παράδειγμα επιβίωσης και ανθεκτικότητας σε ένα πλαίσιο ευρύτερης συνταγματικής κατάρρευσης. Η εφαρμογή, κατά μοναδικό τρόπο, του δικαίου της ανάγκης ήταν σωτήρια, αλλά ταυτόχρονα έθεσε το Κυπριακό παράδειγμα στη σφαίρα της μη κανονικότητας. Η εξοικείωση για μακρά χρονική περίοδο με τη μη κανονικότητα δεν μπορεί να υποβαθμίζει την πραγματικότητα, δηλαδή ότι υφίσταται μια παράλληλη συνταγματική πράξη από αυτήν του Συντάγματος, χωρίς όμως να επηρεάζεται το κανονιστικό καθεστώς του Συντάγματος. Η επιτυχής αντιμετώπισης της συνταγματικής αποτυχίας δεν πρέπει να αλλοιώνει την αλήθεια του πράγματος: ένας δικαστής ξένης δικαιοδοσίας μπορεί να έχει ολοκληρώσει την καριέρα του εφαρμόζοντας συνταγματικό δίκαιο και χωρίς να έχει ποτέ χρειαστεί να εξετάσει την έννοια του δικαίου της ανάγκης. Αυτή η ιδιαιτερότητα του Κυπριακού συστήματος θα πρέπει να καθοδηγεί την όποια παρέμβαση στη συνταγματική δικαιοσύνη.

Η δρομολογημένη διαδικασία μεταρρύθμισης της Κυπριακής συνταγματικής δικαιοσύνης συνιστά τη σημαντικότερη παρέμβαση επί της συνταγματικής ύλης και της εφαρμογής της από την εισαγωγή του δικαίου της ανάγκης με την Ibrahim.  Δεν αφορά, ή δεν θα έπρεπε να αφορά, κυρίως τη λειτουργικότητα και την αποδοτικότητα των δικαστηρίων, αλλά το είδος της συνταγματικής δικαιοσύνης που διαμορφώνεται. Δεν πρόκειται περί απλής παρέμβασης στο δικαστικό οργανόγραμμα αλλά για παρέμβαση στη ζώσα συνταγματικότητα. Ως εκ τούτου, η στενή οριοθέτηση του σκοπού της μεταρρύθμισης συνιστά και σημαντικό παράγοντα επηρεασμού της προσέγγισης που υιοθετήθηκε.

Η όποια παρέμβαση στη σύνθετη διαρρύθμιση του ελέγχου της συνταγματικότητας αποτελεί κορυφαία πράξη θετικής συνταγματικής ενέργειας, ήτοι απαιτεί διάγνωση του προβλήματος, διαμόρφωση των σκοπών που επιδιώκονται και πρόβλεψη των συνεπειών. Η παρέμβαση επιδρά τόσο με το συνταγματικό περιεχόμενο, όσο και με την πεμπτουσία του συνταγματισμού, ενώ επηρεάζει τον πυρήνα του συνταγματικού δικαίου. Με δεδομένο τον πρέποντα σεβασμό στο κοπιώδες έργο των εμπλεκομένων, υποβάλλεται ότι προκαλείται εύλογη ανησυχία για το περιεχόμενο των προτάσεων και το υπόβαθρο τους. Αυτή απορρέει από τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, τους σκοπούς που επιδιώκονται, το περιεχόμενο των προτάσεων και την ακούσια υποβάθμιση της συνταγματικής σημασίας της μεταρρύθμισης. 

Προτού επεξηγηθούν τα παραπάνω, οφείλεται μια εννοιολογική διευκρίνηση. Η χρήση του όρου «μεταρρύθμιση» έχει ως αποτέλεσμα την ακούσια απομείωση της σημασίας της διαδικασίας, εφόσον στην ουσία πρόκειται για μεταβολή του συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας. Η επίδραση δεν απομονώνεται εσωτερικά ως προς τη δικαστική εξουσία αλλά διαχέεται στο συνταγματικό δίκαιο.

Πρόκειται περί διαδικασίας συνταγματικής μεταβολής τόσο των συνταγματικών διατάξεων, όσο και του τρόπου εφαρμογής τους αλλά και αυτού του δικαίου της ανάγκης. Οι συνέπειες δεν είναι απλά αυτές μιας συνταγματικής τροποποίησης, όπως για παράδειγμα της Όγδοης Τροποποίησης που δημιούργησε το Διοικητικό Δικαστήριο και για την οποία θα μπορούσαν επίσης να διατυπωθούν επικριτικές απόψεις. Αντιθέτως, επιδρούν στην αρχιτεκτονική και στον τρόπο εφαρμογής της συνταγματικής δικαιοσύνης συνολικά. Τουτέστιν, επηρεάζουν το σύνολο του συνταγματικού δικαίου και επιδρούν καταλυτικά στη φιλοσοφία του. Στην ουσία, το Ένατο και το Δέκατο Μέρος του Συντάγματος, όπως εφαρμόζονται στη βάση του δικαίου της ανάγκης, μεταβάλλονται. Συνεπώς, δεν πρόκειται για εσωτερικό ζήτημα της δικαστικής εξουσίας αλλά για ζήτημα της ίδιας της συνταγματικής τάξης και με εντολέα τη λαϊκή κυριαρχία σε στάδιο άσκησης συστατικής αρμοδιότητας.

Ο σχεδιασμός για τρίτη φορά σε έξι δεκαετίες του συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας δεν μπορεί παρά να αποτελεί παραδοχή της περιορισμένης επιτυχίας των προηγούμενων προσπαθειών.

ΙΙ. Μεθοδολογικά Ζητήματα, Σκοποί και Περιεχόμενο  

Οι επιδιωκόμενοι σκοποί της μεταρρύθμισης δεν είναι σαφείς και ιεραρχημένοι, ενώ η μεθοδολογία επίτευξης τους, στο βαθμό που εντοπίζεται εκ του αποτελέσματος δηλαδή των προτάσεων, είναι ασταθής και αόριστη.

Στο προοίμιο της προτεινόμενης συνταγματικής τροποποίησης γίνεται αναφορά στο ότι η αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυσχεραίνει το έργο του Δικαστηρίου και δεν συμβάλλει στην ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Καταρχάς, παρατηρείται ότι δεν γίνεται αναφορά στο πραγματικό πρόβλημα των καθυστερήσεων ως προς την περάτωση της διαδικασίας συνταγματικού ελέγχου με την πρόσβαση δια εφέσεως στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στο ενδιάμεσο και σημαντικό χρονικό διάστημα που μεσολαβεί προκύπτει η ασυνέπεια της νομολογίας και η επιμήκυνση της περιόδου περάτωσης του ζητήματος που εκκρεμεί. Η αναφορά στην ταχεία απονομή της δικαιοσύνης μπορεί κάλλιστα να αφορά την γενικότερη καθυστέρηση εξέτασης των εφέσεων, που είναι διαφορετικό από την πρόσβαση στην τελική συνταγματική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Διακρίνεται, συνεπώς, η καθυστέρηση στην εξέταση εφέσεων, από την καθυστέρηση στην τελική κρίση του Ανωτάτου όταν κατ’ έφεση θα κρίνει ζητήματα συνταγματικότητας. Συνεπώς, η πρώτη πτυχή των καθυστερήσεων αποσκοπείται να αντιμετωπισθεί με τη δημιουργία του νέου Εφετείου, με το ερώτημα που προκύπτει να είναι εάν αυτό αντιμετωπίζει και τη δεύτερη πτυχή των καθυστερήσεων. Ακριβώς, η διασύνδεση της συνταγματικότητας με την έφεση στα πλαίσια ενός διάχυτου συστήματος είναι η πηγή του προβλήματος. Το προοίμιο εστιάζει στο αποτέλεσμα χωρίς να διευκρινίζεται η γενεσιουργός αιτία σε κάθε μια εκ των δυο περιπτώσεων. Ειδικότερα, οι αρνητικές συνέπειες ως προς την ταχεία απονομή δικαιοσύνης προκύπτουν από την καθυστέρηση στην εκδίκαση των υποθέσεων σε πρώτο βαθμό και κατόπιν στο στάδιο των εφέσεων. Αυτό συμπαρασύρει την εξέταση των εφέσεων στις οποίες προκύπτουν ζητήματα συνταγματικότητας. Ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι το αποκεντρωμένο σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας προκαλεί τις καθυστερήσεις, αλλά μπορεί κάλλιστα αυτές να οφείλονται στη γενική δικαιοδοσία εφετείου του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η αποφόρτιση του Δικαστηρίου δια της ίδρυσης του Εφετείου θα μπορούσε να δημιουργήσει χώρο και χρόνο για την εξέταση συνταγματικότητας από το ΑΣΔ στη βάση του αρχικού άρθρου 144.                 

Επιπρόσθετα, πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφορά στο προοίμιο στην «αποκλειστική δικαιοδοσία» του Δικαστηρίου είναι εννοιολογικά ανακριβής. Η αποκλειστική δικαιοδοσία που προέκυψε από τον Ν. 33/64 δεν ήταν αυτή του Συντάγματος, εφόσον εισάχθηκε δια του νόμου ο διάχυτος έλεγχος. Άρα, δεν έχουμε αποκλειστική δικαιοδοσία πλην των περιπτώσεων των διαδικασιών άμεσης πρόσβασης στο Δικαστήριο με βάση τη θεσμική ιδιότητα των αιτητών (για παράδειγμα άρθρα 138, 140, 149). Εάν το προοίμιο εμμέσως υπονοεί την τελική δικαιοδοσία, που είναι κάτι σαφέστατα διαφορετικό από την αποκλειστική, αυτή θα παραμένει, υπό προϋποθέσεις πρόσβασης, με το ΑΣΔ, οπόταν δεν επέρχεται κάποια σημαντική μεταβολή ως προς τούτο από τις προτάσεις. Αρκεί η ανάγνωση του προτεινόμενου λεκτικού του άρθρου 144 για να γίνει αντιληπτό ότι διατηρείται ο διάχυτος έλεγχος με κάποιες αλλαγές.

Επιπλέον, η ομολογούμενη αποτυχία, έστω με τον τρόπο που εκφράζεται, αφορά στη λύση που υιοθετήθηκε με τον Ν. 33/64 και δεν αφορά την αρχική συνταγματική πρόβλεψη για τη συνταγματική δικαιοσύνη. Εύλογα μπορεί να διερωτηθεί κάποιος κατά πόσον η πλήρης επαναφορά της συνταγματικής προσέγγισης θα ήταν προτιμότερη. Ως αποτέλεσμα αυτού, η μεθοδολογία των προτάσεων πάσχει εφόσον δεν εδράζεται στην ουσιαστική αξιολόγηση του ιστορικού προηγουμένου, τόσο αυτού του 1960 όσο και αυτού μετά τη θέσπιση του Ν. 33/64. Όπως ορθά ανέφερε ο Παρασκευά στην πρόσφατη ανάλυση του, δεν έχουν αξιολογηθεί τα δυο συστήματα που εφαρμοστήκαν και μπορεί να προστεθεί ότι συνεπακόλουθα δεν έχουν τεθεί κριτήρια προς αυτό. Η μεταβολή ένεκα αποτυχίας ή ένεκα ανάγκης βελτίωσης δεν είναι ταυτόσημες περιπτώσεις, όπως διαφορετικό είναι και το ζήτημα της επιλογής άλλης κατεύθυνσης. Οι καθυστερήσεις και η ασυνέπεια της νομολογίας, που δεν διακηρύσσονται στους σκοπούς, είναι σαφέστατα ζητήματα που προκύπτουν από το υπάρχον σύστημα διάχυτου ελέγχου και στο βαθμό που αυτό έχει αυτό το χαρακτήρα. Υπενθυμίζεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία ως προς σωρεία διαδικασιών, όπως για παράδειγμα των άρθρων 139 και 140. Δεν έχει εξεταστεί και συνεπώς δεν είναι δεδομένο ότι τα ίδια προβλήματα θα ισχύουν και σε περίπτωση επαναφοράς της προσέγγισης του Συντάγματος. Δεν ήταν αυτοί οι λόγοι απόκλισης από το συνταγματικά θεσπισμένο σύστημα του 1964, οπότε η απόρριψη του αρχικού συστήματος δεν έγινε στη βάση των προβλημάτων που τώρα εντοπίζονται.

Η επιλογή της δημιουργίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η αδρανοποίηση του άρθρου 144, με την εξαίρεση της περίπτωσης του οικογενειακού δικαστηρίου, δεν συνεπάγεται και την ορθότητα της τότε προσέγγισης αλλά και ούτε θα πρέπει να αποτελεί πυξίδα για τη σημερινή συζήτηση. Για παράδειγμα, μπορεί να λεχθεί ότι η διατήρηση του συνταγματικά προβλεπόμενου συστήματος με την πλήρωση των κενών θέσεων και με την αναστολή του δικοινοτικού χαρακτήρα απονομής δικαιοσύνης θα μπορούσε κάλλιστα να είχε δημιουργήσει μια εντελώς διαφορετική κατάσταση αποδοτικότητας, ενώ θα ήταν πλησιέστερα τοποθετημένη ως προς την Ibrahim. Η επαναφορά του συστήματος απονομής συνταγματικής δικαιοσύνης εγγύτερα προς το γράμμα και το πνεύμα της Ibrahim δεν επηρεάζει περισσότερο το δίκαιο της ανάγκης από ότι οι σημερινές προτάσεις.   

Σε αυτό το σημείο πρέπει να διορθωθεί η εντύπωση που έχει δημιουργηθεί και που περίπου χαρακτηρίζει το παρόν πλέγμα προτάσεων ως να επαναφέρει τη συνταγματικά προβλεπόμενη κατάσταση. Επαναφέρεται μόνον ο όρος «Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο». Συνιστά δηλαδή μια επιστροφή στο μέλλον (back to the future) με στοιχεία από την παρούσα κατάσταση. Εν κατακλείδι, δημιουργείται το ερώτημα γιατί δεν συζητείται η πλήρης επαναφορά της αρχικής κατάστασης, με ανάλυση των προβλημάτων της με προβολή στο σήμερα, καθώς και των θετικών της στοιχείων.

Ως προς τις προτάσεις, δεν προκύπτει μια αιτιολογημένη ιεράρχηση των επιδιωκόμενων σκοπών. Εάν η αποδοτικότητα είναι το ζητούμενο, τότε πρέπει να συναρτηθεί με την επίδραση της πιθανής επαύξησης της, που είναι αμφίβολη, στην ισορροπία του συστήματος και στο εύθραυστο συνταγματικό ισοζύγιο. Όπερ σημαίνει ότι η επίδραση της μεταρρύθμισης δεν πρέπει να εξετάζεται με αναφορά αποκλειστικά στο ισχύον σύστημα αλλά και ως προς το αρχικό, αλλά επίσης και ως προς την αιτιολογική βάση του δικαίου της ανάγκης. Η αποδοτικότητα δεν έχει ipso facto ιεραρχικά ανώτερη θέση από τις άλλες παραμέτρους. Επίσης, πρέπει να υπομνησθεί ότι θα είναι διαφορετικό το πλαίσιο αξιολόγησης εάν ο σκοπός της προσπάθειας είναι η θέσπιση τρίτου βαθμού δικαιοδοσίας, στην οποία περίπτωση η ανάλυση θα επικεντρωνόταν στο βαθμό στον οποίο όντως εισαγάγεται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας, στην αναγκαιότητα αυτού και στις συνέπειες.

Σε κάθε περίπτωση και ως ζήτημα αρχής και δομικής σταθερότητας, η μεταβολή του συστήματος που τώρα ισχύει πρέπει να λαμβάνει υπόψιν την επίδραση στο συνταγματικό δίκαιο. Η αποδοτικότητα ως κορυφαία επιδίωξη μπορεί να εξεταστεί με αναφορά και στην πολυπλοκότητα που θα προκύψει από το προτεινόμενο σύστημα. Αναφορά μπορεί να γίνει και στον βαθμό αποδοτικότητας, δεδομένου ότι το ΑΣΔ θα διατηρήσει την αρμοδιότητα επί των θεσμικού χαρακτήρα διαδικασιών (άρθρα 140, 139 κοκ.), ενώ θα επιφορτιστεί και με τις παραπομπές αλλά και με τις άλλες μορφές πρόσβασης στη δικαιοδοσία του ειδικά από το Διοικητικό Εφετείο αλλά και από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, εάν η αποδοτικότητα είναι το πρωτεύον ζήτημα, αυτό μπορεί να αντιμετωπισθεί και διαφορετικά. Για παράδειγμα, μπορεί να αυξηθεί ο αριθμός των δικαστών του Ανωτάτου ή του ΑΣΔ που θα το αντικαταστήσει εν μέρει, ενώ μπορεί επίσης να δοκιμαστεί η προσέγγιση του ΔΕΕ ή του Αμερικανικού Supreme Court με τη λειτουργία chambers και με πλήρη ελευθερία των Δικαστών να διαμορφώνουν την ομάδα τους. Μπορεί επίσης να δημιουργηθεί Εφετείο και να υπάρξει επαναφορά του συστήματος που το Σύνταγμα υιοθετούσε.  

Συνεπώς, μεθοδολογικά το ζήτημα έχει προσεγγιστεί αποσπασματικά και αντίστροφα, χωρίς δηλαδή δημόσια συζήτηση για την κατεύθυνση και την αναγκαιότητα που την υποκινεί.  Μπορεί να τεθεί και διαφορετικά η διαφωνία: ποιο είναι το πρόβλημα και ποιες οι διαθέσιμες επιλογές χωρίς προ-αποκλεισμούς; Δεν υποστηρίζεται ότι δεν υπάρχουν προβλήματα, αλλά αναζητείται ο προσδιορισμός τους, χωρίς αποκλεισμό της ιστορικής εμπειρίας.

Σε αυτό το σημείο οφείλεται μια υποβοηθητική διευκρίνηση. Έχουν επικρατήσει οι περιγραφικοί όροι «διάχυτος και συγκεντρωτικός» έλεγχος της συνταγματικότητας που αναντίλεκτα έχουν ιστορική, θεωρητική και συγκριτική διάσταση. Στο Κυπριακό παράδειγμα, ο έλεγχος είναι και συγκεντρωτικός και διάχυτος κατά περίπτωση και ανάλογα με τη διαδικασία. Δηλαδή, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αποκλειστική και τελική συνταγματική δικαιοδοσία για τις διαδικασίες των άρθρων 137-143, 145, 147 και 149 και στον βαθμό που βρίσκουν εφαρμογή μετά το 1964.

Το να γίνεται αναφορά σε διάχυτο έλεγχο παραγνωρίζει την παραπάνω πραγματικότητα, ενώ όπως προαναφέρθηκε οι προτάσεις δεν μεταβάλλουν την κατάσταση ως προς άμεσες διαδικασίες πρόσβασης. Το κεντρικό πρόβλημα που εντοπίζεται είναι ως προς το άρθρο 144. Η επαναφορά του κατά τον τρόπο που ίσχυε στο Σύνταγμα είναι μια λύση. Δεν επηρεάζεται από τη δημιουργία του νέου Εφετείου κατά το πρότυπο του Συντάγματος και με την προσθήκη της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας. Σημειώνεται όμως η ευλογη ανησυχία σημαντικών νομικών για τη στελέχωση του Εφετείου αλλά και για την επίδραση που αυτή θα έχει στα πρωτόδικα δικαστήρια. Ως εκ τούτων, το ζήτημα επίσης εντοπίζεται στην ίδρυση του νέου Ανωτάτου Δικαστηρίου και του επακριβούς ρόλου του, καθώς επίσης και στην εφαρμογή του άρθρου 144 που επηρεάζει κάθετα τη δικαστική αρχιτεκτονική.

Η επιλεκτική δυνατότητα παραπομπής για συγκεκριμένα δικαστήρια διατηρεί το πρόβλημα της ανακολουθίας της νομολογίας μέχρι της εξέτασης από το ΑΣΔ. Δημιουργούνται διαδικαστικές δυνατότητες ταχύτερης πρόσβασης με κριτήρια όμως που ενέχουν το στοιχείο της αξιολόγησης της σημασίας του εκκρεμούς συνταγματικού ζητήματος από το δικαστήριο που επιλεγεί να παραπέμψει. Δηλαδή, η επιτυχία εξαρτάται από τη συχνότητα και την ποιότητα παραπομπών. Εάν το ζητήματα επιλύονται κατ’ έφεση χωρίς παραπομπή, τότε το πρόβλημα της ανακολουθίας παραμένει. Εάν τα ζητήματα παραπέμπονται στο ΑΣΔ τότε η αποδοτικότητα του επηρεάζεται. Η χρυσή τομή δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί, ενώ οι προτάσεις για πρόσβαση στο ΑΣΔ είναι δαιδαλώδεις, όπως εύγλωττα έχει επεξηγήσει ο Παρασκευά και δεν χρειάζεται επανάληψη της ανάλυσης του περιεχομένου τους.

Σε αυτό μπορεί να προστεθεί και μια άλλη σημαντικότατη παράμετρος: αυτή της προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ που μπορεί να προκύπτει ως ευχέρεια αλλά και ως υποχρέωση. Ο τρόπος συμβίωσης των δυο ειδών παραπομπής έχει ενδιαφέρον και προβλέπεται να προκαλέσει σημαντικές δυσκολίες με βάση την Κυπριακή εμπειρία αλλά και τη μελέτη άλλων δικαιοδοσιών. Για παράδειγμα, εάν το Εφετείο εξετάζει ζήτημα συνταγματικότητας που άπτεται και ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, τότε ποια παραπομπή δύναται να αποστείλει και με ποια χρονική σειρά; Ένα ερώτημα είναι εάν το Εφετείο θεωρείται δικαστήριο τελικής δικαιοδοσίας με υποχρέωση παραπομπής στο ΔΕΕ υπό προϋποθέσεις που θέτει το δίκαιο της Ένωσης. Ένα άλλο ερώτημα είναι ο τρόπος αντιμετώπισης εάν παραπέμψει ζήτημα συνταγματικότητας στο ΑΣΔ αλλά ταυτόχρονα παραπέμψει σχετικό ζήτημα στο ΔΕΕ ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Μπορεί το ΑΣΔ να εξετάσει το ζήτημα πριν το ΔΕΕ αποφανθεί για την πτυχή που το αφορά και που κατά πάσα πιθανότητα επηρεάζει και το ζήτημα ενώπιον του ΑΣΔ; Η επίδραση του δικαίου της Ένωσης στο Κυπριακό νομικό σύστημα δεν μπορεί να μην ληφθεί σοβαρά υπόψιν και ως προς τις τεχνικές λεπτομέρειες της προδικαστικής παραπομπής.

Γίνεται παραδεκτό ότι και ως προς την επιλογή μιας άλλης κατεύθυνσης, όπως αυτής που προτείνεται από την παρούσα ανάλυση, θα προκύψει αναγκαιότητα εκ των προτέρων πρόβλεψης ζητημάτων συσχέτισης με το δίκαιο της Ένωσης και με τη διαδικασία προδικαστικής παραπομπής. Εάν το ζήτημα ερμηνείας ή εγκυρότητας του δικαίου της Ένωσης προκύψει εντός των διαδικασιών άμεσης πρόσβασης στο ΑΣΔ, τότε η υποχρέωση παραπομπής στο ΔΕΕ εκεί και όπου προκύπτει θα αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως και τώρα.

Εάν το ζήτημα προκύψει σε πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δικαιοδοσία, επίσης δεν αλλάζει η ισχύουσα πρακτική στην περίπτωση που το εγειρόμενο ζήτημα δεν ενέχει στοιχείο συνταγματικότητας. Εάν εγείρεται και ζήτημα συνταγματικότητας, τότε δια του άρθρου 144 που θα ενεργοποιηθεί κατά το Σύνταγμα, το πρωτόδικο δικαστήριο ή το Εφετείο θα έχει υποχρέωση παραπομπής στο ΑΣΔ που όμως δεν θα υπερισχύει της ευχέρειας ή υποχρέωσης παραπομπής στο ΔΕΕ, όπως και απαιτεί η νομολογία του ΔΕΕ. Δηλαδή, η ύπαρξη υποχρέωσης παραπομπής στο ΑΣΔ δεν ακυρώνει την ευχέρεια παραπομπής στο ΔΕΕ. Συνεπώς, το πρωτόδικο δικαστήριο ή το Εφετείο μπορούν να παραπέμψουν στο ΔΕΕ και όταν ληφθεί η δεσμευτική απόφαση και διευκρινισθεί το ζήτημα, τότε παραπέμπεται καθηκόντως στο ΑΣΔ η συνταγματικότητα έχοντας διαμορφώσει όλα τα δεδομένα. Σε περίπτωση παραπομπής στο ΑΣΔ με επίλυση του ζητήματος δικαίου της ΕΕ από το πρωτόδικο δικαστήριο ή το Εφετείο, το ΑΣΔ μπορεί να εξετάσει το ζήτημα παραπομπής στο ΔΕΕ.

Η περίπτωση διπλής παραπομπής, που δεν μπορεί να αποκλειστεί, θα πρέπει να ρυθμιστεί ρητά και εις βάρος της παραπομπής στο ΑΣΔ. Τουτέστιν, αναστέλλεται προσωρινά η υποχρέωση παραπομπής της συνταγματικότητας στο ΑΣΔ μέχρι την περάτωση της προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ, ενώ η διαδικασία παραμένει σε αναστολή. Ακολούθως, το δικαστήριο που παρέπεμψε στο ΔΕΕ δεσμεύεται να εφαρμόσει στην εκκρεμή διαδικασία την απόφαση του ΔΕΕ και εάν το ζήτημα συνταγματικότητας υφίσταται, τότε υποχρεούται να το παραπέμψει στο ΑΣΔ. Σε αυτό το σημείο διευκρινίζεται ότι εάν κατά την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης το ΔΕΕ έμμεσα διαπίστωσε ασυμβατότητα του εθνικού δικαίου, το παραπέμπον δικαστήριο υποχρεούται να εφαρμόσει την απόφαση με παράλληλη μη εφαρμογή και όχι ακύρωση της επίμαχης εθνικής ρύθμισης. Αυτό ισχύει και τώρα και αποτελεί πάγια νομολογία του ΔΕΕ.  Συνεπώς, η οικονομία της δικαστικής διαδικασίας επιβάλλει την προηγουμένη τοποθέτηση του ΔΕΕ. Τέλος, με την επαναφορά του συστήματος του Συντάγματος, αφαιρείται και το πρόβλημα της αδείας από το ΑΣΔ που περιλαμβάνεται στις προτάσεις και το οποίο απαιτεί εξειδικευμένη εξέταση διότι εγείρει πολύπλοκα ζητήματα.

ΙΙΙ. Θεωρητικό Επίμετρο, η Σημασία του και Εισηγήσεις

Η διαμόρφωση για τρίτη φορά του συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας δεν μπορεί να είναι μια διαδικασία μηχανικής φύσης και σε καμία περίπτωση να ακολουθεί τη λογική της μεταμόσχευσης. Αυτό ισχύει για τρεις συνδεόμενους μεταξύ τους λόγους. Πρώτον, πρέπει να ληφθεί υπόψιν το ιστορικό πλαίσιο και ο χαρακτήρας του Κυπριακού συστήματος. Δεύτερον, τα διάφορα συστήματα δεν είναι στατικά αλλά μεταβαλλόμενα, ενώ δεν υπάρχουν πρότυπα αφού η προσαρμογή τους συνεπάγεται τη δημιουργία ενός φάσματος παραδειγμάτων. Τρίτον, σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει θεωρητικό υπόβαθρο και επιλογές ως προς διαφορετικές τάσεις της θεωρίας.

Η εύκολη λύση είναι αυτή της επιλογής και μεταφοράς στο Κυπριακό πλαίσιο μιας δοκιμασμένης λύσης. Αποτελεί όμως επικίνδυνη και αφελή προσέγγιση εφόσον προϋποθέτει αφενός το στοιχείο της συμβατότητας (perfect fit) και αφετέρου υποβαθμίζει τη βάση, την εξέλιξη και το πλαίσιο εφαρμογής τόσο του συστήματος δέκτη, όσο και του συστήματος αναφοράς. Επιπλέον, η επιλογή πρέπει να μπορεί να αιτιολογηθεί σφαιρικά αλλά και ειδικά. Οι προτάσεις επιχειρούν να εισαγάγουν μια προσέγγιση προσαρμοσμένη στην Κυπριακή πραγματικότητα και αυτό είναι θετικό. Είναι χρήσιμο να επεξηγηθεί το υπόβαθρο της προσέγγισης του Συντάγματος εφόσον η κεντρική εισήγηση που εδώ υποβάλλεται είναι να επανεξεταστεί η επαναφορά της.

Το Σύνταγμα ξεκίνησε με σημείο αναφοράς το Αυστριακό μοντέλο, αλλά στην πορεία η προσέγγιση μεταβλήθηκε ουσιωδώς δια του Ν. 33/64. Η λογική του Kelsen διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση του Αυστριακού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Απετέλεσε ένα εκ των συντακτών του Συντάγματος και η προσέγγιση του περί προστασίας της ιεραρχικής θέσης του Συντάγματος δια του συγκεντρωτικού ελέγχου της συνταγματικότητας είχε ως βάση τη νομιμοποίηση, τη μετατροπή πολιτικών διαφορών σε νομικές, τη δημιουργία στέρεης ομοσπονδιακής δομής και την οριοθέτηση των άλλων δυο εξουσιών. Το μοντέλο δεν έμεινε σταθερό αλλά έδωσε έμφαση στην προστασία των δικαιωμάτων και συμπλήρωσε σταδιακά τη διαδικασία της παραπομπής από αλλά δικαστήρια με αυτήν του ατομικού συνταγματικού παραπόνου υπό προϋποθέσεις. Το αποτέλεσμα είναι να παραμένει συγκεντρωτικό το σύστημα, να συνυπάρχει abstract και concrete review, προληπτικός (άρθρο 138.2) και κυρίως κατασταλτικός έλεγχος, αλλά και ακυρωτική εξουσία erga omnes και ex nunc με την εξαίρεση της περίπτωσης που άχθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Ο σκοπός του συστήματος είναι σύνθετος, δηλαδή περιλαμβάνει την ιεραρχία των πηγών, τον έλεγχο ουσίας και τύπου, το συγκεντρωτικό πλαίσιο και την ομοιομορφία της νομολογίας, την εφαρμογή της διάκρισης των εξουσιών σε ομοσπονδιακό σύστημα (court as negative legislator) και την προστασία των δικαιωμάτων ακόμη και με απευθείας προσφυγή υπό προϋποθέσεις.

Ως εκ τούτου, η δημιουργία Εφετείου είναι ένα σημαντικό βήμα προς τη θετική κατεύθυνση, με ανοικτά όμως τα ζητήματα σύνθεσης που μπορεί να αντιμετωπιστούν με την απόσυρση της δημιουργίας του νέου Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η αρμοδιότητα για τα προνομιακά εντάλματα θα ανήκει στο Εφετείο, όπως το Σύνταγμα προέβλεπε στο άρθρο 155(4). Η επαναφορά του άρθρου 144 με το συγκεντρωτικό έλεγχο από το ΑΣΔ θα επιλύσει τα ζητήματα ασυνέπειας της νομολογίας. Παραμένει το πρόβλημα της αποδοτικότητας, όμως αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί: (α) με την δημιουργία του Εφετείου, (β) με άλλους τρόπους λειτουργίας του ΑΣΔ που συζητηθήκαν supra.

Θα μπορούσε ακόμη να εξεταστεί η εισαγωγή της διαδικασίας ατομικού συνταγματικού παραπόνου, δηλαδή μιας abstract περίπτωσης παραβίασης δικαιωμάτων από δημόσια αρχή εξαιρουμένων των δικαστηρίων. Θα τίθεται εκτός εκκρεμούς δικαστικής διαδικασίας, δεν θα αφορά σε δικαστική απόφαση και δεν θα αφορά σε ζητήματα που εμπίπτουν στην αναθεωρητική δικαιοδοσία. Η κατ’ εξαίρεση αυτή διαδικασία θα υπόκειται σε αυστηρές προϋποθέσεις ώστε να μην απολήγει σε actio popularis και να μην επηρεάζεται σημαντικά ο φόρτος του ΑΣΔ. Ο λόγος θέσπισης μιας τέτοιας διαδικασίας σχετίζεται με την έμφαση στην προστασία των δικαιωμάτων του ατόμου.  

Ως προς τα αποτελέσματα μιας τέτοιας διαδικασίας, υπάρχουν επιλογές που μπορεί να εξεταστούν. Το Γερμανικό ΟΣΔ έχει και εξουσία ακύρωσης νόμου ή πράξης για παραβίαση του Συντάγματος, με δυνατότητα να δοθεί περίοδος προσαρμογής και διόρθωσης πριν επέλθει η ακύρωση. Υπάρχει επίσης και η περίπτωση της διακηρυκτικής προσέγγισης, δηλαδή το ΑΣΔ   διακηρύσσει την παραβίαση του δικαιώματος χωρίς να δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις. Εντούτοις, καθίσταται δυσχερής η μη συμμόρφωση και η αιτιολόγηση βαραίνει τη συγκεκριμένη αρχή. Δεν πρόκειται περί διαδικασίας άμεσης εφαρμογής της προστασίας των δικαιωμάτων αλλά έμμεσης. Τέλος, δεν πρόκειται περί ολοκληρωμένης πρότασης και σε αυτό το στάδιο αποσκοπείται όπως λειτουργήσει ως αφορμή για προβληματισμό.   

Επίλογος

Επιχειρήθηκε μια παρουσίαση των δομικών και μεθοδολογικών προβλημάτων των προτάσεων μεταρρύθμισης. Είναι δεδομένη η αναγκαιότητα προβληματισμού και η ύπαρξη αρρυθμίας στην απονομή της συνταγματικής δικαιοσύνης, τουλάχιστον ως προς κάποιες πτυχές της. Μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι η λήψη μέτρων έχει ήδη καθυστερήσει. Παρά ταύτα, το διακύβευμα και οι συνέπειες εφαρμογής μιας δέσμης προτάσεων δεν γίνονται στις ίδιες συνθήκες όπως το 1964. Δεν χωρεί δημιουργικός συγκεντρωτικός αυτοσχεδιασμός και η ευθύνη βαραίνει όλους σε αυτό το στάδιο: τις τρεις εξουσίες, τη μάχιμη δικηγορία, την ακαδημαϊκή κοινότητα, τους πολίτες στο σύνολο τους. Η κορυφαία διαδικασία συνταγματικής αναμόρφωσης πρέπει να είναι μια ανοικτή διαδικασία και ακόμη και το κατεπείγον του ζητήματος δεν μπορεί να υπερισχύει. Το 1964 και η ανάγκη δεν μπορεί να παραμένει η μόνη προσέγγιση. Το Σύνταγμα του 1960 έχει ίσο ιστορικό βάρος με τον Ν. 33/64 ως προς τη συνταγματική δικαιοσύνη.

Δρ. Κωνσταντίνος Κόμπος

Συνδρομητής της Δεξαμενής Νομικής Σκέψης

«Κράτος Δικαίου»

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *