• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Όριο θητειών για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας;

Το Άρθρο 40 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθορίζει τις προϋποθέσεις ώστε πρόσωπο να δικαιούται να θέσει υποψηφιότητα για εκλογή του στο αξίωμα του Προέδρου και Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας (η θέση του Αντιπροέδρου, ως γνωστόν, παραμένει κενή). Καθορίζει, με άλλα λόγια, τα προσόντα και τα κωλύματα εκλογιμότητας για την εκλογή στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ).

Τα προσόντα εκλογιμότητας αποτελούν θετικές προϋποθέσεις, δηλαδή προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν προκειμένου να είναι επιτρεπτή η υποψηφιότητα και συνακόλουθα να μπορεί να συντελεστεί η εκλογή προσώπου στο αξίωμα του ΠτΔ. Τα κωλύματα είναι οι αρνητικές προϋποθέσεις, δηλαδή προϋποθέσεις που πρέπει να μην υφίστανται προκειμένου να εκλεγεί κάποιος ΠτΔ. Εφόσον δεν συντρέχουν τα προσόντα ή υπάρχουν τα κωλύματα σε ορισμένο πρόσωπο, τότε εμποδίζεται η ανακήρυξή του ως υποψηφίου στο αξίωμα του ΠτΔ.

Με τον περί της Δέκατης Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο, Ν.160(Ι) του 2019, έχει τροποποιηθεί το Άρθρο 40 του κυπριακού Συντάγματος και έχει εισαχθεί ένα επιπρόσθετο κώλυμα εκλογιμότητας το οποίο δεν περιλαμβανόταν αρχικά στο Σύνταγμα του 1960. Ειδικότερα, στα κωλύματα εκλογιμότητας του Άρθρου 40 δεν υπήρχε αρχικά ανώτατο όριο θητειών για το αξίωμα του ΠτΔ. Σύμφωνα με το προοίμιο του νόμου Ν.160(Ι)/2019 είχε κριθεί «αναγκαίο να καθοριστεί ανώτατο όριο θητειών για τα εν λόγω αξιώματα για σκοπούς ενίσχυσης των δημοκρατικών θεσμών, ανανέωσης και εκσυγχρονισμού στη δημόσια ζωή, καθώς και για αποφυγή δημιουργίας κατεστημένου».

Έτσι, υπό τη νέα του τροποποιημένη μορφή το Άρθρο 40 (έχει προστεθεί το εδάφιον «ε») προβλέπει τα ακόλουθα: «Πας τις δικαιούται να θέση υποψηφιότητα προς εκλογήν αυτού ως Προέδρου ή ως Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, εφ’ όσον κατά τον χρόνον της εκλογής: (α) είναι πολίτης της Δημοκρατίας, (β) συνεπλήρωσε το τριακοστόν πέμπτον έτος της ηλικίας αυτού, (γ) δεν έχει καταδικασθή κατά την ημέραν της ενάρξεως ισχύος του Συντάγματος ή μετ’ αυτήν δι’ αδίκημα ατιμωτικόν ή ηθικής αισχρότητος ή δεν έχει στερηθή της εκλογιμότητος κατόπιν αποφάσεως αρμοδίου δικαστηρίου ένεκα οιουδήποτε εκλογικού αδικήματος, (δ) δεν πάσχη εκ διανοητικής νόσου καθιστώσης τούτον ανίκανον να ασκήση τα καθήκοντα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, και (ε) δεν έχει υπηρετήσει συνεχόμενα στο αξίωμα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας τις αμέσως δύο προηγούμενες θητείες».

Υπό το φως της πιο πάνω τροποποίησης του Συντάγματος, έχει εγερθεί ζήτημα τις τελευταίες ημέρες για το κατά πόσο ο νυν ΠτΔ έχει δικαίωμα να είναι ξανά υποψήφιος για την προεδρία της Δημοκρατίας στις προεδρικές εκλογές του 2023, εφόσον ο κ. Αναστασιάδης διανύει ήδη τη δεύτερη συνεχόμενη θητεία του. Το θέμα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αφού παρά το γεγονός ότι το κυβερνών κόμμα δεν έχει ακόμη τοποθετηθεί, ο Πρόεδρος του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης φέρεται να έχει την άποψη ότι η νομοθεσία που έχει ψηφιστεί για τις δύο θητείες, δεν έχει αναδρομική ισχύ και ως εκ τούτου νόμιμα ο κ. Αναστασιάδης θα μπορούσε να είναι εκ νέου υποψήφιος. Ο ισχυρισμός για μη αναδρομική ισχύ της εν λόγω νομοθεσίας δεν εξηγείται βεβαίως περαιτέρω. Ωστόσο, ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αβασάνιστα αποδεκτός και χωρίς την ύπαρξη σοβαρών ενδοιασμών.

Σκοπός του παρόντος σημειώματος είναι να εκφράσει κάποιους προβληματισμούς, σε σχέση με τη θέση η οποία προβάλλεται, ότι η σχετική τροποποίηση του Συντάγματος, που αποσκοπεί στον καθορισμό ανώτατου ορίου θητειών, δεν έχει αναδρομική ισχύ. Σημειώνεται ότι το θέμα της «συμβατότητας» μιας νέας υποψηφιότητας από τον κ. Αναστασιάδη με τις υψηλές προσδοκίες του αναθεωρητικού νομοθέτη, όπως αυτές εκφράζονται στο προοίμιο του Ν. 160(Ι)/2019, για ανανέωση και εκσυγχρονισμό στη δημόσια ζωή, καθώς και την αποφυγή δημιουργίας κατεστημένου είναι κάτι που εκφεύγει της παρούσας συζήτησης.

Ευθύς εξαρχής, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο σκοπός του αναθεωρητικού νομοθέτη στη Δέκατη Τρίτη Τροποποίηση του Συντάγματος για καθορισμό ανώτατου ορίου θητειών επιτυγχάνεται μόνον μερικώς. Από το λεκτικό της αναθεωρημένης διάταξης προκύπτει ότι αυτή δεν αντικατοπτρίζει πλήρως το σκοπό που θέτει το προοίμιο για καθορισμό ανώτατου ορίου θητειών. Και τούτο διότι στην πραγματικότητα τίθεται κώλυμα εκλογιμότητας σε πρόσωπο να θέσει υποψηφιότητα μόνον αν έχει υπηρετήσει συνεχόμενα στο αξίωμα του ΠτΔ τις «αμέσως δύο προηγούμενες θητείες». Με άλλα λόγια, δεν τίθεται όριο για ένα πρόσωπο να θέσει υποψηφιότητα και να διεκδικήσει την προεδρία για περισσότερες από δύο φορές. Το όριο που τίθεται είναι να μην μπορεί το ίδιο πρόσωπο να εκλεγεί στο αξίωμα του ΠτΔ για τρεις συνεχόμενες θητείες, επιτρέποντας όμως σε ένα πρόσωπο να εκλεγεί στο αξίωμα αυτό για πέραν των δύο θητειών.

Ερχόμενος τώρα στον ισχυρισμό ότι η σχετική τροποποίηση του Συντάγματος δεν έχει αναδρομική ισχύ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το κυπριακό Σύνταγμα απαγορεύει ρητά την αναδρομικότητα των νόμων σε δύο περιπτώσεις. Το Άρθρο 12.1 ορίζει ότι «Ουδείς κηρύσσεται ένοχος οιουδήποτε αδικήματος λόγω πράξεως ή παραλείψεως μη συνιστώσης αδίκημα συμφώνως τω νόμω τω ισχύοντι κατά τον χρόνον της τελέσεως αυτής και εις ουδένα επιβάλλεται δι’ αδίκημά τι ποινή βαρυτέρα της ρητώς προβλεπομένης υπό του κατά τον χρόνον της τελέσεως ισχύοντος νόμου. Παράλληλα, σύμφωνα με το Άρθρο 24.3 «Ουδείς φόρος, τέλος ή εισφορά οιασδήποτε φύσεως επιβάλλεται αναδρομικώς».

Συνεπώς, εφόσον η αναδρομικότητα των νόμων απαγορεύεται ρητά μόνον στις συγκεκριμένες αυτές περιπτώσεις, εύλογα μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι μπορεί να επιτραπεί σε άλλες περιπτώσεις. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα πρέπει ασφαλώς να γίνονται σεβαστά τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα θεμελιώδη και ελευθερίες, καθώς και η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (άρρηκτα συνυφασμένη με την αρχή του κράτους δικαίου), σύμφωνα με την οποία το κράτος δεν επιτρέπεται να ανατρέπει νομικές καταστάσεις τις οποίες το ίδιο δημιούργησε με ενέργειές του και τις οποίες δικαιολογημένα ο διοικούμενος εμπιστεύθηκε. Κοντολογίς, εφόσον δεν υπάρχει άλλος συνταγματικός φραγμός η αναδρομική ισχύς του νόμου θα πρέπει να θεωρείται δυνατή.

Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί να διαφεύγει της προσοχής μας ότι με το Νόμο Ν.160(Ι)/2019 τροποποιείται η συνταγματική διάταξη που απαριθμεί αποκλειστικά τα προσόντα και τα κωλύματα της εκλογιμότητας του ΠτΔ. Δεν έχουμε, δηλαδή, την προσθήκη ενός περαιτέρω περιορισμού της εκλογιμότητας με κοινό νόμο που ψηφίζει η Βούλη, κάτι που δεν επιτρέπεται άλλωστε. Ο Νόμος Ν.160(Ι)/2019 εκφράζει τη βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη όπως αυτή έχει αποτυπωθεί μέσα από την αυστηρή διαδικασία της αναθεώρησης που ρητά προβλέπει το Σύνταγμα. Επομένως, η εισήγηση για μη αναδρομική ισχύ «της νομοθεσίας που έχει ψηφιστεί για τις δύο θητείες» φαίνεται να μην λαμβάνει σοβαρά υπόψη ότι πρόκειται για τροποποίηση του ιδίου του Συντάγματος και άρα δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη «συνταγματικού φραγμού» εφόσον πρόκειται πλέον για διάταξη συνταγματικής ισχύος.

Από την άλλη, ενδιαφέρον παρουσιάζει και αυτή καθαυτή η έννοια της αναδρομικότητας. Για αναδρομικότητα νόμου γίνεται λόγος στις περιπτώσεις όπου ρυθμίζονται γεγονότα, σχέσεις ή καταστάσεις που έχουν συντελεσθεί σε χρόνο πριν από τη δημοσίευση του νόμου. Έτσι, αναδρομικότητα υπάρχει όταν ο νόμος ρυθμίζει γεγονότα, σχέσεις ή καταστάσεις που ανάγονται στο παρελθόν. Από το Άρθρο 40 του Συντάγματος προκύπτει ότι τα κωλύματα εκλογιμότητας για την εκλογή στο αξίωμα του ΠτΔ πρέπει να μην υφίστανται «κατά τον χρόνον της εκλογής». Ειδικότερα, το νέο κώλυμα εκλογιμότητας που εισάγεται με την Τροποποίηση του Συντάγματος, ότι δηλαδή κάποιος μπορεί να θέσει υποψηφιότητα εφόσον «δεν έχει υπηρετήσει συνεχόμενα στο αξίωμα του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας τις αμέσως δύο προηγούμενες θητείες» πρέπει να μην υφίσταται «κατά τον χρόνον της εκλογής». Ως εκ τούτου, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η ρύθμιση αυτή βασίζεται σε προηγούμενα της τροποποίησης του Συντάγματος  γεγονότα, η εμβέλεια της ωστόσο δεν καταλαμβάνει  το παρελθόν και συνεπώς δύσκολα θα μπορούσε να γίνει λόγος για αναδρομικότητα της.

Άξιον μνείας αποτελεί το γεγονός ότι το δικαίωμα του να θέτει κανείς υποψηφιότητα σε εκλογές κατοχυρώνεται από το Άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και είναι υψίστης σημασίας για την καθιέρωση και τη διαχείριση των θεμελίων μιας πραγματικής δημοκρατίας η οποία διέπεται από την υπεροχή του δικαίου. Εν τούτοις, το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο και η διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών της ΕΣΔΑ στον τομέα αυτό είναι ευρεία. Οι προϋποθέσεις στις οποίες υπάγεται το δικαίωμα του να υποβάλλει κανείς υποψηφιότητα σε εκλογές δεν πρέπει να περιορίζουν το εν λόγω δικαίωμα σε βαθμό που να το προσβάλλουν στην ίδια την ουσία του και να του στερούν την αποτελεσματικότητά του. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να επιδιώκουν έναν νόμιμο σκοπό και τα χρησιμοποιούμενα μέσα δεν πρέπει να αποδεικνύονται δυσανάλογα. Επίσης, μόλις εκφραστεί ελεύθερα και δημοκρατικά η εκλογή του λαού, καμία μεταγενέστερη τροποποίηση του εκλογικού συστήματος δεν μπορεί να αμφισβητήσει την επιλογή αυτή εκτός αν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι για την δημοκρατική τάξη. Για την επιβολή των οποιονδήποτε περιορισμών σημαντικός είναι και ο σεβασμός της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου, η ύπαρξη επιτακτικού λόγου για τη δημοκρατική τάξη καθώς και η αποφυγή του αιφνιδιαστικού του μέτρου.

Σκοπός του παρόντος σημειώματος δεν είναι να προκαταλάβω καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την απόφαση των αρμοδίων δικαστηρίων εάν και εφόσον κληθούν να αποφανθούν επί του σχετικού ζητήματος. Από την άλλη όμως η αβασάνιστη προσέγγιση ότι η νομοθεσία που έχει ψηφιστεί για τις δύο θητείες δεν έχει αναδρομική ισχύ δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.

 

Δρ. Κώστας Παρασκευά

Μέλος της Δεξαμενής Νομικής Σκέψης

«Κράτος Δικαίου»

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *