• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Όταν ο Τιμωρός Τιμωρείται

Στην υπόθεση Ghafari ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 442, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής, αναφορικά με την έκπτωση στην ποινή που δικαιούται ένας κατηγορούμενος ο οποίος παραδέχεται ενοχή:

«Η νομολογία έχει βέβαια αναγνωρίσει ότι η παραδοχή ενοχής και η μεταμέλεια αποτελούν ελαφρυντικούς παράγοντες. Ωστόσο ο κανόνας αυτός δεν είναι απόλυτος. Πρέπει να εξετάζεται υπό το φως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης.  Αν π.χ. ένας συλληφθεί «επ’  αυτοφώρω» – όπως είναι εδώ η περίπτωση – η παραδοχή δεν οδηγεί σε μείωση της ποινής του, όπως θα οδηγούσε στην περίπτωση κατηγορούμενου του οποίου η απόδειξη της ενοχής είναι δύσκολη ή προβληματική (Ieronymides v. Republic (1982) 2 C.L.R. 258, 273). Όπου δε υπάρχει συντριπτική μαρτυρία για την ενοχή του κατηγορουμένου το Δικαστήριο μπορεί ακόμη να μη λάβει υπόψη την παραδοχή και να επιβάλει την ποινή η οποία αντανακλά πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος (R. v. Hastings (1996) 1 Cr. App. R. (S) 167 C.A. και R. v. Landy 16 Cr. App. R. (S) 908 C.A.).»

Έκτοτε, σε αποφάσεις τόσο πρωτόδικων δικαστηρίων όσο και του Ανώτατου Δικαστηρίου έχει γίνει αναφορά σε «μειωμένη αξία της παραδοχής», είτε διότι ο κατηγορούμενος συνελήφθη επ’ αυτοφώρω, είτε διότι η μαρτυρία εναντίον του ήταν συντριπτική.

Κατά συνέπεια, και με δεδομένο ότι στις περιπτώσεις όπου συλλαμβάνεται ένα πρόσωπο επ’ αυτοφώρω, η άμεση παραδοχή ενώπιον δικαστηρίου δεν θα επιφέρει αξιόλογη έκπτωση στην ποινή του, βλέπουμε ολοένα και πιο συχνά, να καταχωρούνται μη παραδοχές. Κάποτε, με την ελπίδα ότι το βάθος χρόνου, από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, θα έχει την επίδραση που θα έπρεπε να είχε η άμεση παραδοχή. Κάποτε, διότι επιθυμεί να «δοκιμάσει την τύχη του» στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας, εκ του ασφαλούς πάντοτε, αφού δεν θα επέλθει σημαντική διαφοροποίηση στην ποινή του.

Τα δε ήδη υπερπλήρη πινάκια των Επαρχιακών Δικαστηρίων και των Κακουργιοδικείων, «φορτώνονται» κι άλλο με τέτοιες περιπτώσεις. Δημιουργείται συνεπώς, ένας φαύλος κύκλος. Τα δικαστήρια, επιφορτισμένα με την ευθύνη να επιβάλλουν τη δέουσα τιμωρία στους πολίτες, στην ουσία «τιμωρούνται» εκ του αποτελέσματος, υπερφορτωμένα με υποθέσεις που, εάν επιβραβεύονταν ορθά οι παραδοχές, θα είχαν αποπερατωθεί προ πολλού.

Στην Αγγλία, τα πράγματα έχουν σαφώς προχωρήσει από τον καιρό της R v Hastings (ανωτέρω), ο λόγος της οποίας ήταν, ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις εδύνατο να αποστερηθεί την έκπτωση ο κατηγορούμενος που παραδέχεται ενοχή. Δηλαδή η εν λόγω απόφαση, δεν σκόπευε στην καθιέρωση της αρχής δικαίου, που έχουμε δει να εφαρμόζεται, μέσα από την κυπριακή νομολογία.

Ειδικότερα, το όλο θέμα έχει πλέον ρυθμιστεί από την εγκαθίδρυση ενός ανεξάρτητου θεσμού – του Sentencing Council. Το Sentencing Council, είναι ένα ανεξάρτητο σώμα, το οποίο εκδίδει κατευθυντήριες οδηγίες, οι οποίες επεξηγούν λεπτομερώς και με μαθηματική ακρίβεια, την προσέγγιση των δικαστηρίων στο πολύ λεπτό ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής ενός κατηγορουμένου. Οι εν λόγω οδηγίες, δεσμεύουν τα δικαστήρια, τα οποία οφείλουν να τις εφαρμόζουν βάση του άρθρου 125(1) του Coroners and Justice Act 2009.  

Όπως εξηγείται στην ιστοσελίδα του Sentencing Council, το σώμα αυτό θεσπίστηκε προκειμένου να υπάρξει περισσότερη διαφάνεια και σταθερότητα στις ποινές που επιβάλλουν τα δικαστήρια της Αγγλίας και της Ουαλίας[1]. Του σώματος αυτού προεδρεύει ο Lord Chief Justice, διασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο και την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας. Μέλη επίσης είναι αριθμός δικαστών όλων των βαθμίδων, αξιόλογοι δικηγόροι με ειδίκευση στο ποινικό δίκαιο, ο διευθυντής δημόσιων διώξεων (Director of Public Prosecutions), η πρόεδρος φιλανθρωπικής οργάνωσης που υποστηρίζει θύματα ποινικών αδικημάτων (Victim Support), εμπειρογνώμονας στην ποινικολογία καθώς και επιτηρητής καταδικασθέντων που έχουν απολυθεί υπό όρους (probation officer) με πείρα πέραν των τριάντα ετών. Σαφέστατα, η συμπερίληψη στο σώμα ατόμων από διαφορετικούς κλάδους, κατοχυρώνει αφενός την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας ενώ ταυτόχρονα, διασφαλίζει ότι λαμβάνεται υπόψη κάθε τι σχετικό με τους σκοπούς της ποινής.

Σε αυτές τις γραμμές λοιπόν, εκδόθηκαν από το Sentencing Council κατευθυντήριες οδηγίες αναφορικά με τη μείωση της ποινής σε περιπτώσεις παραδοχής[2]. Βάσει των οδηγιών αυτών, η πρακτική που θα πρέπει να ακολουθεί ένας δικαστής κατά την επιμέτρηση της ποινής ενός κατηγορούμενου που έχει παραδεχθεί ενοχή, είναι η εξής:

  • Πρώτο Στάδιο: Να καθορίσει την αρμόζουσα ποινή, καθώς και την έκταση αυτής, υπό το φως των όποιων άλλων ειδικευμένων οδηγιών για το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα.
  • Δεύτερο Στάδιο: Να καθορίσει την έκταση της έκπτωσης που δικαιούται ο κατηγορούμενος, βάσει των υπό συζήτηση οδηγιών.
  • Τρίτο Στάδιο: Να δηλώσει το ύψος της έκπτωσης.
  • Τέταρτο Στάδιο: Να προβεί στη σχετική μείωση της ποινής.
  • Πέμπτο Στάδιο: Να ακολουθήσει τα οποιαδήποτε άλλα στάδια που καθορίζει οιαδήποτε ειδικευμένη προς το αδίκημα οδηγία, προκειμένου να καταλήξει στη τελική ποινή.

Εν δε συνεχεία, οι οδηγίες διαλαμβάνουν το πώς καθορίζεται το ύψος της έκπτωσης, προνοώντας, πως εκεί όπου η παραδοχή επέρχεται στο πρώτο στάδιο της δίκης θα πρέπει να επιβραβεύεται με έκπτωση της τάξης του ενός-τρίτου, εκτός εάν συντρέχει οποιαδήποτε εξαίρεση του μέρους «F». Οι εν λόγω εξαιρέσεις, αποκλείουν την μέγιστη έκπτωση του ενός-τρίτου, καθορίζοντας μικρότερη έκπτωση, για παράδειγμα εκεί όπου διεξάγεται ακρόαση τύπου Newton και απορρίπτεται η θέση του κατηγορούμενου.  

Εάν η παραδοχή επέλθει μετά το πρώτο στάδιο της δίκης, η μέγιστη έκπτωση «πέφτει» στο ένα-τέταρτο, με περαιτέρω μείωση εντεύθεν. Μάλιστα δε, σημειώνεται ότι, εκεί όπου η παραδοχή καταχωρείται αφού ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία, δύναται να μην δοθεί η οποιαδήποτε «πίστωση».

Κεντρικός άξονας της αγγλικής προσέγγισης λοιπόν, είναι η ενθάρρυνση της όσο το δυνατό πιο άμεσης παραδοχής. Αυτό, διότι εξοικονομείται δικαστικός χρόνος, δημόσιο χρήμα, δεν υποβάλλονται στο άγχος της παράστασης ως μάρτυρες τυχόν θύματα ποινικών αδικημάτων αλλά και επειδή καταδεικνύεται η έμπρακτη μεταμέλεια ενός κατηγορούμενου. Σε αντίθεση με την κυπριακή νοοτροπία, του «αφήστε την υπόθεση να παλιώσει».

Τα πιο πάνω βέβαια, αναγνωρίζονται εν μέρη από την κυπριακή νομολογία. Ωστόσο, δεν υπάρχει επαρκής διαφάνεια και σταθερότητα στις εκπτώσεις που δίνονται κατόπιν παραδοχής. Ένα απλό παράδειγμα, είναι η αναφορά στην Ghafari (ανωτέρω), η οποία έχει οδηγήσει στο φαινόμενο της απόδοσης μειωμένης «πίστωσης» όπου ο κατηγορούμενος συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω. Και όλα αυτά, στα πλαίσια αξιολόγησης της πιο απλής παραμέτρου της ποινής – την παραδοχή.  

Τι γίνεται δηλαδή όταν στρέψουμε την προσοχή μας σε άλλους παράγοντες της ποινής; Αποτελεί, πιστεύω, κοινή διαπίστωση πως υπάρχει σημαντική ανομοιότητα στις ποινές που επιβάλλουν τα κυπριακά δικαστήρια για όμοια αδικήματα. Συγκεκριμένα ζητήματα που άπτονται της ποινής, όπως για παράδειγμα το είδος και η ποσότητα ελεγχόμενων φαρμάκων ή ο ρόλος ενός κατηγορούμενου στην «αλυσίδα» του εγκλήματος, αντιμετωπίζονται με διαφορετική προσέγγιση από διαφορετικά δικαστήρια. Ωστόσο, στην Αγγλία, με τις κατευθυντήριες οδηγίες για αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά[3] τέτοιες ανομοιότητες έχουν εκλείψει. Το ίδιο και η συχνότητα καταχώρησης εφέσεων, που στρέφονται εναντίον της ποινής, από τις οποίες το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο έχει «πνιγεί».

Εν κατακλείδι λοιπόν, η ανάγκη θέσπισης ταυτόσημων κατευθυντήριων οδηγιών από ένα παρόμοιο ανεξάρτητο σώμα, ή έστω και από το Ανώτατο Δικαστήριο, καθίσταται ύψιστης σημασίας. Χρειαζόμαστε οπωσδήποτε εξειδικευμένες κατευθυντήριες οδηγίες, για συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα. Θα μπορούσαμε όμως, να ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα, δηλαδή το πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται και να επιβραβεύεται η παραδοχή ενός κατηγορούμενου. Μέχρι τότε, θεωρώ πως δεν δικαιολογούνται τυχόν παράπονα περί υπερφορτωμένων πινακίων. Καλό θα ήταν, επίσης, να αναλογιστεί το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πόσο, ενδεχομένως, η τωρινή προσέγγιση αφήνει τις ποινικές δικαστικές διαδικασίες έκθετες σε τυχόν κατάχρηση, όπου υπάρχει νομική αρωγή.

 

 

Δημήτρης Λοχίας

Μέλος Δεξαμενής Νομικής Σκέψης

«Κράτος Δικαίου»

[1] https://www.sentencingcouncil.org.uk/about-us/

[2] https://www.sentencingcouncil.org.uk/wp-content/uploads/Reduction-in-Sentence-for-Guilty-Plea-definitive-guideline-SC-Web.pdf

[3] https://www.sentencingcouncil.org.uk/wp-content/uploads/Drug-offences-definitive-guideline-Web.pdf

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *