• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Ο ΝΕΟΣ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ

Είχα την τύχη ή την ατυχία να γνωρίσω και ως δικηγόρος να συνεργαστώ επαγγελματικά, με όλους όσους υπηρέτησαν στο αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα, από της εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο νομικός σύμβουλος της Δημοκρατίας, του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Υπουργικού Συμβουλίου και των υπουργών και ως προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας έχει την εξουσία να κινεί, διεξάγει, συνεχίζει ή διακόπτει οποιαδήποτε ποινική διαδικασία.  Θα έλεγα ότι το αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα είναι στον τόπο μας το πιο σημαντικό αξίωμα μετά από εκείνο του Προέδρου της Δημοκρατίας.   Ως πολίτες μπορούμε να κρίνουμε εκ των υστέρων μια κυβέρνηση ή μια πολιτική και να της δώσουμε την συναίνεση μας, επανεκλέγοντας την.   Εκ των προτέρων, μπορούμε ίσως, να της δώσουμε την εμπιστοσύνη μας, την οποία δεν μπορούμε να γνωρίζουμε και δεν πρέπει να προϋποθέτουμε, ότι δεν θα καταχραστεί.  Δίδοντας την εμπιστοσύνη μας, είμαστε όλοι, ως ένα βαθμό, συνυπεύθυνοι για την κυβέρνηση , αν και δεν συγκυβερνούμε.  Αλλά η συνυπευθυνότητα μας απαιτεί ελευθερία﮲ πολλές ελευθερίες: ελευθερία λόγου, ελευθερία πρόσβασης στην πληροφόρηση, ελευθερία διάδοσης της πληροφορίας, ελευθερία των ιδεών και πολλές άλλες.  Μια «υπερβολή» του κράτους οδηγεί σε ανελευθερία.  Αλλά υπάρχει επίσης και μια «υπερβολή» της ελευθερίας.  Υπάρχει, δυστυχώς, μια κατάχρηση ελευθερίας, ανάλογη με την κατάχρηση της κρατικής εξουσίας.  Η ελευθερία του λόγου και η ελευθερία των ιδεών μπορεί να γίνουν αντικείμενο κατάχρησης.  Μπορεί να χρησιμοποιηθούν, για παράδειγμα, ως μέσα παραπληροφόρησης και υποκίνησης.  Και με ακριβώς ανάλογο τρόπο, μπορεί κάθε περιορισμός της ελευθερίας, μέσω της κρατικής εξουσίας, να γίνει αντικείμενο κατάχρησης.  Ο μεγάλος Γερμανός στοχαστής του 20 αιώνα Καρλ Ρ. Πόππερ επεσήμανε ότι «χρειαζόμαστε την ελευθερία για να εμποδίσουμε την κατάχρηση της κρατικής εξουσίας και χρειαζόμαστε το κράτος για να εμποδίσουμε την κατάχρηση της ελευθερίας.  Αυτό είναι ένα πρόβλημα το οποίο προφανώς δεν μπορεί ποτέ να λυθεί πλήρως, ούτε βάσει αρχών, ούτε μέσω των νόμων.  Χρειάζεται ένα Συνταγματικό Δίκαιο και, περισσότερο από κάθε τι άλλο, καλή θέληση».  Για να αντιμετωπίσουμε στη Κύπρο το πελώριο αυτό πρόβλημα υποφερτά, αφού η πλήρης επίλυση του είναι πράγματι αδύνατη, χρειαζόμαστε πρώτιστα, ένα καλό Γενικό Εισαγγελέα.  Στην Κύπρο ευτυχήσαμε, παρόλο που το Σύνταγμα μας είναι δοτό, να είναι Σύνταγμα της μέγιστης ανθρώπινης ελευθερίας, που οι πρόνοιες του κάνουν την ελευθερία ενός εκάστου να μπορεί να συνυπάρχει με την ελευθερία του άλλου.  Όπως θα έλεγε ο Ιμάνουελ Καντ έχουμε ένα κράτος που είναι τόσο ισχυρό, ώστε να μπορεί να εξασφαλίζει ότι κάθε ένας πολίτης έχει τόση ελευθερία, ώστε να περιορίζει όσο το δυνατόν λιγότερο την ελευθερία των άλλων και αντίστροφα.  Ο συνταγματικός νομοθέτης με καθαρή φωνή λέει, ότι στην Κύπρο δεν θέλουμε ένα παντοδύναμο κράτος το οποίο θα επεμβαίνει στις ζωές μας με την προαίρεση να μας προστατέψει από τους «λύκους» – συνανθρώπους μας, αλλά ένα κράτος του οποίου το ουσιαστικό καθήκον, είναι ο σεβασμός και η εγγύηση των δικαιωμάτων μας.  Μόνο η ύπαρξη ενός Κράτους Δικαίου μπορεί να προσδώσει ρεαλισμό στα ανθρώπινα δικαιώματα μας και να διασφαλίσει την αξιοπρέπεια του ατόμου.  Σε ένα Κράτος Δικαίου, όταν αποφασίζουμε να υπερασπιστούμε τα θεμελιώδη δικαιώματα μας, δεν θα πρέπει να συναντούμε ούτε την εχθρότητα, ούτε την αδιαφορία του κράτους (των κρατικών οργάνων), αλλά την «αγαθή του βούληση» όπως αποκαλεί ο Καντ την βοήθεια από τα όργανα του κράτους στην απόφαση για υπεράσπιση των δικαιωμάτων μας.  Κεντρικό, μάλλον μοναδικό ρόλο, για να εκδηλώνεται σταθερά η αγαθή βούληση του κράτους υπέρ της απόφασης μας για προάσπιση των δικαιωμάτων μας, μπορεί να διαδραματίζει ο Γενικός Εισαγγελέας.  Βέβαια, η αποστολή αυτή, κάθε άλλο παρά εύκολη είναι.  Οι τεράστιες δυσκολίες είναι προφανείς.  Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι νομικός σύμβουλος των κρατικών οργάνων και πάνω σε καθημερινή βάση, υπερασπίζεται τις αποφάσεις τους ενώπιον των δικαστηρίων.  Πολλοί λειτουργοί της Νομικής Υπηρεσίας που χειρίζονται ποινικές υποθέσεις με την πάροδο του χρόνου «συμπεριφέρονται σαν αστυνομικοί».  Αποκτούν, αν θέλετε, την νοοτροπία του αστυνομικού, που στο μυαλό του, το κάθε πρόσωπο που συλλαμβάνει είναι ένοχο.  Και θεωρεί ανόητα κουραφέξαλα, τα περί τεκμηρίου της αθωότητας.  Τα ίδια ισχύουν και για τους λειτουργούς που χειρίζονται άλλες κατηγορίες υποθέσεων, όπως εκδόσεις φυγόδικων, προσφυγές ενώπιον διοικητικών δικαστηρίων κλπ.  Δεν γνωρίζω να υπήρξε μέχρι τώρα έστω και μια υπόθεση, που οι χειριζόμενοι τις υποθέσεις εκδόσεως φυγόδικων, να παρουσιάστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και να δήλωσαν για παράδειγμα ότι ο ισχυρισμός του φυγόδικου, πως αν εκδοθεί δεν θα τύχει δίκαιης δίκης, είναι βάσιμος.  Σε άλλες χώρες τέτοιες αξιοθαύμαστες συμπεριφορές παρατηρούνται αραιά αλλά όχι σπάνια.  Και ο λόγος που παρατηρούνται αραιά, είναι γιατί τέτοια αιτήματα απορρίπτονται από τους αρμόδιους υπουργούς και έτσι οι υποθέσεις δεν φθάνουν στα δικαστήρια.  Για να αρχίσουν να παρουσιάζονται και στον τόπο μας τέτοιες αξιοθαύμαστες συμπεριφορές, ο Γενικός Εισαγγελέας ως ο προϊστάμενος των λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας που χειρίζονται τις υποθέσεις, πρέπει να εμπνέει, να διδάσκει και να οδηγεί με το δικό του παράδειγμα.  Η ανεξαρτησία του έναντι των πάντων, ξένων και ντόπιων, να είναι απόλυτη και αδιαμφισβήτητη.  Με την αναφορά του ονόματος του, στο νου να έρχονται το ήθος και η ακεραιότητα.  Η νομική του κατάρτιση να είναι τόσο ψηλή, έτσι που να εμπνέει σεβασμό και στους πλέον νομομαθείς.  Να είναι άτομο που να γνωρίζει ότι υπάρχουν αξίες, που πρέπει να υπερασπιστούν με κάθε τίμημα.  Και σε αυτές τις αξίες ανήκουν, προπαντός, η προσωπική ανεξαρτησία και ελευθερία.  Ένα άτομο που να διαθέτει αυτά τα χαρακτηριστικά αναμένω και προσδοκώ ότι θα αναζητήσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για να διορίσει στο αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα.  Επιπρόσθετα όμως, ο νέος Γενικός Εισαγγελέας θα πρέπει να διαθέτει διοικητικές και ηγετικές ικανότητες.  Το προσόν αυτό είναι κρίσιμης σημασίας και κατά κανόνα οι Προέδροι της Δημοκρατίας δεν του δίδουν καμιά σημασία.  Οι πλείστοι Γενικοί Εισαγγελείς λειτούργησαν ως παραδοσιακοί προϊστάμενοι με μια γραφειοκρατική, νομικίστικη και διαχειριστική νοοτροπία.  Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, πολλοί λειτουργοί της Νομικής Υπηρεσίας να οδηγηθούν στην αλλοτρίωση, τον ευνουχισμό, την τελμάτωση, την παθητικοποίηση, την απόσυρση και-συνειδητά ή μη-τον ενστερνισμό της «δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας».  Αυτή η έλλειψη διοικητικών ικανοτήτων από πλευράς των εκάστοτε Γενικών Εισαγγελέων, δεν επέτρεψαν στη Νομική Υπηρεσία να αναπτύξει την οργανωσιακή ικανότητα  της προσαρμογής, του εκσυγχρονισμού και της συνεχούς βελτιωτικής αλλαγής.  Αυτό εξηγεί το γιατί, ενώ όλοι οι Γενικοί Εισαγγελείς γνώριζαν τα προβλήματα, τις αδυναμίες και τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν και ενώ είχαν τόσα εξαιρετικά παραδείγματα και τόσες βέλτιστες πρακτικές από άλλες χώρες, η Νομική Υπηρεσία της Κύπρου δεν αλλάζει, δεν εκσυγχρονίζεται, δεν βελτιώνεται, αλλά παραμένει στα ίδια-αν δεν χειροτερεύει.  Ο νέος Γενικός Εισαγγελέας, πρέπει να διαθέτει τις ικανότητες, να προβεί σε μετασχηματισμό της Νομικής Υπηρεσίας μέσω ριζικών αλλαγών στην αποστολή, στις δομές, στην τεχνολογία, στην οργάνωση, στις διαδικασίες, στις λειτουργίες, στον προγραμματισμό, στη διοίκηση του ανθρώπινου δυναμικού, στην κουλτούρα, στη διοίκηση και στην ηγεσία σε όλα τα επίπεδα.  Η αρχική μου σκέψη ήταν να προβώ σε μια σκιαγράφηση όλων των Γενικών Εισαγγελέων, που είχα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά και να συνεργαστώ μαζί τους.  Και να αναδείξω για κάποιους από αυτούς, τις ιδιαίτερες αρετές και ικανότητες τους, για να συμβάλω στο να επιλεγεί ο πιο κατάλληλος.  Όμως κατάληξα ότι οι κρίσεις μου δεν μπορούσαν να ήσαν αμερόληπτες.  Και για να μην κάνω και εγώ όπως την καρακάξα, απεφάσισα για αποφύγω την αξιολόγηση.  (Βρέθηκαν, λέει ο μύθος, στην πλαγιά ενός βουνού, μια καρακάξα και μια πλουμιστή πέρδικα.  Τα πουλάκια τους, μαζί με πολλά άλλα πουλάκια, έπαιζαν πιο κάτω στις όχθες του ποταμού.  Έδωσε η πέρδικα στην καρακάξα ένα τσαμπί σταφύλι και της παράγγειλε να το δώσει στο πιο όμορφο πουλάκι της παρέας, αφού η πέρδικα ήταν βέβαιη πως δεν υπήρχε πιο όμορφο πουλάκι από το περδικάκι της.  Η καρακάξα έδωσε το σταφύλι στο καραξάκι της γιατί το θεωρούσε ως το πιο όμορφο).  Πως, λοιπόν, μπορούσα να κρίνω με αντικειμενικότητα τον Αλέκο Μαρκίδη που έφυγε πρόσφατα για το μεγάλο ταξίδι και με τιμούσε με την φιλία του;   Ή τον Κρίτωνα Τορναρίτη που η νομομάθεια του ήταν αξεπέραστη;

 

 

Χρήστος Πουργουρίδης

Μέλος της Δεξαμενής Νομικής Σκέψης

«Κράτος Δικαίου»

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *