• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Η à la carte επίκληση του κράτους δικαίου

Με αγωνία αναμένετο, από τα διάφορα ενδιαφερόμενα και επηρεαζόμενα μέρη,  η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αίτηση αναφοράς του Προέδρου της Δημοκρατίας με αριθμό 2/2019, στα πλαίσια της οποίας ζητήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, γνωμάτευση κατά πόσον ο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2019, είναι αντίθετος με τα άρθρα 23, 25, 26, 28, 35 και 179 του Συντάγματος, με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και με τα άρθρα 127 και 130 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Ήταν η θέση του αναφέροντος Αιτητή ότι τα άρθρα 2 και 3 του τροποποιητικού νόμου είναι ασύμβατα με τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, ως επίσης και με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, η οποία είναι θεμελιώδης αρχή του Συντάγματος, αλλά βεβαίως και του κράτους δικαίου.

Τα άρθρα 2 και 3 του εν λόγω τροποποιητικού νόμου διευρύνουν την προθεσμία των τριάντα ημερών που διδόταν στον ενυπόθηκο οφειλέτη για την εξόφληση οφειλόμενου ποσού, σε σαράντα πέντε μέρες καθώς επίσης διευρύνουν την προθεσμία των τριάντα ημερών για την καταχώριση έφεσης σε Επαρχιακό Δικαστήριο, από τον ενυπόθηκο οφειλέτη, για τον παραμερισμό ειδοποίησης σκοπούμενης πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου του, επίσης σε σαράντα πέντε μέρες. Τα εν λόγω άρθρα εισάγουν ως επιπρόσθετο λόγο υπό κάποιες προϋποθέσεις, πέραν των ήδη προβλεπόμενων λόγων καταχώρισης έφεσης σε Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό ειδοποίησης σκοπούμενης πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, την περίπτωση κατά την οποία ενυπόθηκος δανειστής που είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή αγοραστής, κατά την έννοια του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, αρνήθηκε να προσέλθει ή δεν προσήλθε ως όφειλε, σε διαδικασία αναδιάρθρωσης πιστωτικής διευκόλυνσης, δυνάμει των διατάξεων του Περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου του 2014, ή εάν εκκρεμεί τέτοια διαδικασία.

 Περαιτέρω στα άρθρα 2 και 3 του υπό αναφορά τροποποιητικού νόμου προβλέπεται η επιπλέον διασφάλιση του δικαιώματος ενυπόθηκου οφειλέτη για καταχώριση έφεσης με την παροχή δυνατότητας ένταξης στις προβλεπόμενες διαδικασίες διαμεσολάβησης του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, βάσει του Μέρους VIA του Περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου του 2014, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης, υπό κάποιες προϋποθέσεις. Με βάση τα εν λόγω άρθρα, ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να περιλάβει στην αίτηση που θα απευθύνει στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο για διορισμό διαμεσολαβητή και αιτιάσεις που θα ήταν δυνατό να αποτελέσουν λόγο υποβολής παραπόνου αναφορικά με το ύψος του οφειλόμενου και απαιτητού ποσού, περιλαμβανομένων των οφειλόμενων τόκων. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί από τον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο ότι το αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή ο αγοραστής, όπως αναφέρεται πιο πάνω, έχει παραβιάσει τις πρόνοιες του Κώδικα Συμπεριφοράς για τον χειρισμό δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρίσει αίτηση σε αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αναστολής της σκοπούμενης, δια πλειστηριασμού, πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου του και εφόσον το Δικαστήριο, με βάση την απόφαση του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, κρίνει ότι εκ πρώτης όψεως υφίσταται τέτοιο ζήτημα, δύναται να εκδώσει το σχετικό διάταγμα αναστολής της διαδικασίας πλειστηριασμού.

Τέτοιο δικαίωμα θεσμοθετείται επιπρόσθετα των υφιστάμενων δικαιωμάτων του ενυπόθηκου οφειλέτη βάσει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, για την έκδοση τέτοιου απαγορευτικού διατάγματος και επιπρόσθετα της υφιστάμενης, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965, δυνατότητας καταχώρισης έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ που αφορά σκοπούμενη πώληση ακινήτου, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει προηγουμένως εξασφαλίσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα βάσει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60.

              Όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, τα εν λόγω άρθρα αποσκοπούν σε εισαγωγή δια νόμου πρόσθετων ή ευνοϊκότερων, κυρίως δικονομικών, δυνατοτήτων που παρέχονται στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οι οποίες δεν καταργούν ούτε και περιορίζουν καθ’ οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο οποιοδήποτε συνταγματικό ή άλλο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή. Περεταίρω αναφέρθηκε ότι τα άρθρα 2 και 3 του τροποποιητικού νόμου δεν παραβιάζουν ούτε και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, εφόσον δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιαδήποτε παράνομη παρέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στη σφαίρα αρμοδιότητας της δικαστικής εξουσίας, με δεδομένο ότι οι δυνατότητες που παρέχονται στον ενυπόθηκο οφειλέτη, με τα άρθρα 2 και 3 του τροποποιητικού νόμου, υπόκεινται στη διακριτική εξουσία του αρμοδίου Δικαστηρίου, χωρίς να επιβάλλεται στο Δικαστήριο οποιαδήποτε ανεπίτρεπτη υποχρέωση ή καθήκον ή αφαίρεση αρμοδιοτήτων, αλλά αντίθετα παρέχονται εξουσίες τις οποίες μπορεί να ασκήσει στη βάση της διακριτικής ευχέρειας του και η όποια απόφαση θα είναι όντως αποτέλεσμα δικαστικής διεργασίας.

          Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με την αίτηση αναφοράς την οποία προώθησε, αναμφίβολα εξάσκησε συνταγματικά δοθείσες θεσμικές εξουσίες. Το ζήτημα είναι ότι και σε άλλες σοβαρές περιπτώσεις διαφάνηκε παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και θα έπρεπε να τεθούν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να αποφανθεί επί τούτου. Στην αίτηση/έφεση  του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας  με τίτλο M.K. PETROU DEVELOPERS LTD  v. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, με αριθμό 39/2016,  ημερομηνίας 12/09/2016, πολύ ορθά και καίρια υιοθετήθηκε η θέση ότι η προώθηση διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, δυνάμει του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965) είναι από ανορθόδοξη μέχρι και καταχρηστική, αν τέτοια διαδικασία προωθείται μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης και διατάγματος, στα πλαίσια της απόφασης, το οποίο διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Για αυτόν τον λόγο η ειδοποίηση πλειστηριασμού ακυρώθηκε και παραμερίστηκε με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου. Αυτό το σκεπτικό υιοθετήθηκε και μεταγενέστερα σε αρκετές αποφάσεις, με αντίστοιχα γεγονότα, όπου ο αιτητής επιζητούσε την έκδοση διατάγματος παραμερισμού ειδοποίησης σκοπούμενης πώλησης Τύπου ΙΑ, σύμφωνα με το Μέρος VIA, ενώ είχε εκδοθεί προηγουμένως δικαστική απόφαση και διάταγμα πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου.

            Το τότε αρτιφανές ζήτημα, με τον τρόπο που αποφασίστηκε, αποτέλεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο για την προώθηση τέτοιας διαδικασίας εκποίησης, όταν ήδη υπήρχε δηλαδή σχετική εκδοθείσα δικαστική απόφαση και διάταγμα το οποίο να διατάσσει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, δημιουργώντας επί του θέματος συγκλίνουσα νομολογία, έστω και πρωτόδικου βαθμού. Ουσιαστικά ήταν η αιχμή του δόρατος σε σωρεία αντίστοιχων περιπτώσεων ενυπόθηκων δανειοληπτών, προκειμένου να παραμεριστεί διαδικασία πλειστηριασμού σύμφωνα με το Μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (9/1965), εφόσον υπό αυτά τα πραγματικά περιστατικά ο παραμερισμός της ειδοποίησης πλειστηριασμού δεν αποτελούσε ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ή διαβαθμίσεων αλλά ζήτημα το οποίο αποφασίζεται στη βάση της λογικής της διττής επιλογής, αν υπήρχε ή όχι κατάχρηση της διαδικασίας.

               Στις 13.7.2018 και με την δημοσίευση του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018 (Ν. 87(I)/2018), στο άρθρο 44 Α του εν λόγω Νόμου προστέθηκε η παράγραφος 4Α, σύμφωνα με την οποία επί λέξει καθορίζεται ότι, «Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους».

              Το συμπέρασμα από τα πιο πάνω παρετεθέντα είναι ηλίου φαεινότερο. Με μια νομοθετική πράξη, επιχειρήθηκε και πραγματώθηκε να τεθεί εκποδών ένα ζήτημα το οποίο αποφασίστηκε νομολογιακά από σειρά αποφάσεων των Δικαστηρίων που συνέκλιναν στο ίδιο σκεπτικό και συμπέρασμα. Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών αποτελεί μια εκ των θεμελιωδών συνισταμένων του κράτους δικαίου, πέραν του γεγονότος ότι εναργέστατα διαπνέει τις διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η νομοθετική λειτουργία θεωρείται ότι παρεμβαίνει στο δικαιοδοτικό έργο της δικαστικής λειτουργίας, μεταξύ άλλων και όταν μέσω της θέσης σε ισχύ νόμων, ρυθμίζεται κάποιο ζήτημα κατά τρόπο διαφορετικό σε σχέση με τη λύση που έδωσε μια δικαστική απόφαση. Ως εκ τούτου τέτοια νομοθετική πράξη απολήγει σε παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. ( βλέπε συγγράμματα Ν. Κλαμαρής, «Η ανεξαρτησία της δικαιοδοτικής λειτουργίας έναντι επεμβάσεων της εκτελεστικής και της νομοθετικής λειτουργίας», Ελληνική Δικαιοσύνη 1986, σελίδα 19 και  Κ. Χρυσόγονος, «Συνταγματικό Δίκαιο», Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας 2014, σελίδες 361-377).

              Η ισχυριζόμενη παραβίαση της εν λόγω αρχής αποτέλεσε και έναν από τους λόγους, στους οποίους στηρίχθηκε η αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας με αριθμό 2/2019. Στην περίπτωση του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018 (Ν. 87(I)/2018), η οποία ήταν κλασσική περίπτωση παρέμβασης της νομοθετικής εξουσίας στο πεδίο δράσης της δικαστικής εξουσίας, σύμφωνα και με την συνταγματική θεωρία, εφόσον με νομοθετική πράξη ουσιαστικά απαλείφθηκε συγκεκριμένη απόφανση της νομολογίας, η οποία μάλιστα αποτέλεσε όσο διήρκησε ισχυρό όπλο στα χέρια των δανειοληπτών, ουδεμία αίτηση αναφοράς προωθήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το γεγονός ότι με το σκεπτικό της απόφασης M.K. PETROU DEVELOPERS LTD, πιο πάνω αλλά και των υπολοίπων αποφάσεων που ακολούθησαν το ίδιο σκεπτικό και συμπέρασμα, δόθηκε συγκεκριμένη δυνατότητα σε ενυπόθηκο οφειλέτη με την νομολογιακή ερμηνεία του Δικαστηρίου, η οποία δυνατότητα απαλείφθηκε με νομοθετική πράξη, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι επρόκειτο για πασιφανή παρέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στο πεδίο δράσης της δικαστικής εξουσίας, κατά παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, χωρίς όμως να αποτελέσει αντικείμενο αίτησης αναφοράς στα πλαίσια της σχετικής εξουσίας του Προέδρου της Δημοκρατίας.

            Όπως αναφέρθηκε σε διάφορα μέσα μαζικής ενημέρωσης, επικράτησε έντονος προβληματισμός στις τράπεζες μετά την απόφαση σταθμό, όπως χαρακτηρίστηκε, του Ανώτατου Δικαστηρίου και ιδιαίτερα λόγω της ανησυχίας για δημιουργία προηγούμενου, στο οποίο μπορεί να στηριχθεί ο καθένας στο μέλλον, επειδή για παράδειγμα, ως αναφέρθηκε πλέον δίδεται το δικαίωμα στη Βουλή, υπό προϋποθέσεις, να επεμβαίνει στη διαδικασία των εκποιήσεων. Η ανησυχία ότι δημιουργείται προηγούμενο παρέμβασης της Βουλής εκφράζεται σε σχέση με μια γνήσια νομοθετική πράξη, η οποία είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη σύμφωνα με το άρθρο 61 του Συντάγματος, χωρίς να διαφαίνεται ότι σοβεί οποιαδήποτε άλλη παράμετρος. Τέτοια ανησυχία όμως ουδέποτε εκφράστηκε για την προαναφερθείσα περίπτωση του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018 (Ν. 87(I)/2018), η οποία τουλάχιστον πιο βάσιμα και ξεκάθαρα θα μπορούσε να λεχθεί ότι δημιουργεί ανησυχητικό προηγούμενο παρέμβασης στα ζητήματα εκποιήσεων με την μέθοδο της παραβίασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το γεγονός ότι υπήρξε τρανταχτή απομείωση των δυνατοτήτων της φαρέτρας των δανειοληπτών και κατ΄ επέκταση διάπλατη διάνοιξη του δρόμου και επιτάχυνση της προώθησης διαδικασιών πλειστηριασμού, έστω και αν υπήρχαν εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις και δικαστικά διατάγματα πώλησης ενυπόθηκης ιδιοκτησίας, ήταν ζήτημα το οποίο όλως παραδόξως δεν θεωρήθηκε γενικότερα ότι ήταν άξιο προβολής ή ότι δημιουργούσε ανησυχητικό προηγούμενο παρέμβασης στα θέματα εκποιήσεων από την Βουλή.

              Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεν μπορεί να τυγχάνει προβολής και επίκλησης    à la carte. Δεν αποτελεί απλά ένα ακόμα επιχείρημα προς υποστήριξη μιας αίτησης αναφοράς, ούτε απλά ένα δημοσιογραφικό θέμα το οποίο ενίοτε προβάλλεται επειδή τυγχάνει να βρεθεί στο κέντρο της επικαιρότητας, αλλά μια θεμελιώδη έννοια της σύγχρονης δημοκρατίας και απαραίτητο συστατικό στοιχείο του ουσιαστικού κράτους δικαίου. Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών αλλά κατ΄ επέκταση και η έννοια του κράτους δικαίου είναι έννοιες με απόλυτη και δυναμική εφαρμογή σε οποιανδήποτε έκφανση της δράσης των οργάνων της πολιτείας και της άσκησης θεσμικών συνταγματικών εξουσιών. Όπου διαπιστώνεται έστω και αμυδρά υποψία παραβίασης τέτοιας συνιστάμενης αρχής του κράτους δικαίου, θα πρέπει να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου για εξέταση. Σε αντίθετη περίπτωση ανάγεται η έννοια του κράτους δικαίου και των συνισταμένων αρχών αυτής, σε απλά επιχειρήματα των οποίων η επίκληση ή η μη επίκληση, καταντά άθυρμα των περιστάσεων.

Σωτήρης Ζαχαρίου

Μέλος Δεξαμενής Νομικής Σκέψης

Κράτος Δικαίου

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *