• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Δύο προτάσεις για την αναμόρφωση του θεσμού του Γενικού Εισαγγελέα

Η τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα αποτελεί μια σπάνια συγκυρία. Σε διάστημα ελάχιστων εβδομάδων, ο χώρος της δικαιοσύνης βιώνει σημαντικές αλλαγές. Ενδεχομένως να μην έχει υπάρξει στο παρελθόν αντίστοιχη περίσταση, όπου η αλλαγή σκυτάλης στις ηγεσίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και της Νομικής Υπηρεσίας να συμπίπτουν χρονικά.

Ταυτόχρονα, βρίσκονται σε εξέλιξη σημαντικές πρωτοβουλίες που διεκδικούν να αναμορφώσουν την κυπριακή δικαιοσύνη. Αφενός, η μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης είναι ένα μεγαλεπήβολο εγχείρημα, ενώ ταυτόχρονα η αναδιάρθωση της Νομικής Υπηρεσίας βρίσκεται στα σκαριά.

Το ζήτημα της μεταρρύθμισης της δικαιοσύνης έχει αναλυθεί από άλλους συναδέλφους με μεγάλη και ουσιαστική πείρα στη μάχιμη δικηγορία. Το διακύβευμα είναι αυτονόητο για όλους μας, αφού μια απλή συγκριτική ματιά δείχνει ότι η Κύπρος υστερεί σημαντικά σε διάφορες πτυχές: ηλεκτρονική δικαιοσύνη, κατάρτιση των λειτουργών της, απλούστευση και επιτάχυνση των διαδικασιών.

Με το παρόν σημείωμα, θα ήθελα να προσθέσω στο δημόσιο διάλογο την ανάγκη αναθεώρησης του θεσμικού ρόλου του Γενικού Εισαγγελέα. Οι ιστορικές αναφορές είναι χρήσιμες για την πλήρη κατανόηση της λειτουργίας του θεσμού, ωστόσο κρίνω αλυσιτελή μία τέτοια προσέγγιση στο παρόν σημείωμα. Με απασχολεί η πρακτική, πολιτική και πολιτειακή διάσταση του ρόλου αυτού.

Δύο προτάσεις που ελπίζω ότι θα είχαν αξία να συζητηθούν είναι αφενός η εξέλιξη του ρόλου αυτού και αφετέρου η εισαγωγή δικλείδων ασφαλείας στην επιλογή των προσώπων.

Ο ρόλος που επιφυλάσσει το Σύνταγμα μας στον Γενικό Εισαγγελέα είναι πρόδηλα σημαντικός και τον επιφορτίζει με σημαντικές εξουσίες και αρμοδιότητες – κάποιες από αυτές ανέλεγκτες κατά τον τρόπο άσκησης τους και απόλυτες κατά τη φύση τους. Το σύνολο των νομικών ζητημάτων που αφορούν την εκτελεστική εξουσία και ορισμένες εκφάνσεις της πολιτειακής λειτουργίας ανατίθενται στον Γενικό Εισαγγελέα.

Η πρόταση μου είναι όπως υπάρξει ένας εξελικτικός διαχωρισμός: αφενός, τα ζητήματα που άπτονται του τομέα του ποινικού δικαίου να αποτελέσουν ένα διακριτό φάσμα αρμοδιοτήτων και ο θεσμός στον οποίο αυτά θα ανατεθούν να έχει εχέγγυα αμεροληψίας και ανεξαρτησίας που να προσιδιάζουν σε αυτά των δικαστικών λειτουργών και των αντίστοιχων διωκτικών αρχών σε άλλες χώρες.

Αφετέρου, τα θέματα που εμπίπτουν στην αποστολή του σημερινού Γενικού Εισαγγελέα ως νομικού συμβούλου της Κυβέρνησης να ανατεθούν σε άλλο θεσμό. Ο πιο ευχερής παραλληλισμός προφανώς αυτός όπου ένα φυσικό πρόσωπο επιλέγει ελεύθερα τον νομικό σύμβουλο της προτίμησης του. Έτσι και στην περίπτωση της Κυβέρνησης, αυτή θα μπορεί να επιλέγει τον νομικό της σύμβουλο ελεύθερα, χωρίς να δεσμεύεται από τις επιλογές της προηγούμενης κυβέρνησης και χωρίς να δεσμεύει την επόμενη. Το πρόσωπο θα διορίζεται με την εκλογή νέου Προέδρου και θα ακολουθεί χρονικά τη θητεία του.

Αυτή η αναφορά με φέρνει στη δεύτερη πρόταση μου που αφορά τις δικλείδες ασφαλείας στην επιλογή προσώπων. Χάριν συνέπειας του επιχειρήματος, η ελευθερία επιλογής νομικού συμβούλου δεν θα έπρεπε να υπόκειται σε περιορισμούς, πλην όσων έχουν να κάνουν με την νομομάθεια, το ηθικό κύρος του προσώπου και τα εχέγγυα ικανότητας του. Ωστόσο, με δεδομένη τη στρεβλή συνταγματική κατάσταση πραγμάτων και το ενδεχόμενο εργαλειοποίησης του ρόλου του νομικού συμβούλου της εκτελεστικής εξουσίας, η επιλογή του προσώπου από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας θα μπορούσε να τυγχάνει της έγκρισης της Βουλής, ακόμα και με ειδικές πλειοψηφίες. Η πρόταση έχει σκοπό να ωθεί σε συναινετικές επιλογές προσώπων και σε προσήλωση των πολιτικών δρώντων στην εμπέδωση της σοβαρής λειτουργίας των θεσμών.

Αναγνωρίζω ότι η πρόταση έχει μειονεκτήματα: η εξώθηση στη συναίνεση ενδεχομένως να οδηγήσει εν τέλει σε ακραίες πολιτικές συγκρούσεις. Η έγκριση από τη Βουλή ίσως να αποτελέσει στάδιον δόξης λαμπρόν για αντιπολιτευτική δραστηριότητα. Θεσμικά μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι υπάρχει μια παραδοξότητα: η εκτελεστική και νομοθετική λειτουργία αντιπαρατίθενται συχνά και θα ήταν αδόκιμο η Βουλή να μπορεί να εγκρίνει (ή να απορρίπτει) το νομικό σύμβουλο του αντιπάλου της.

Ωστόσο, πιστεύω ότι τα αδιέξοδα της συνταγματικής παραμόρφωσης που επικρατεί από το 1964 καταδεικνύουν ότι θεσμικά, πολιτικά, νομικά, πολιτειακά, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει φτάσει στα όρια της και κινδυνεύει να χάσει το τρένο του 21ου αιώνα στο όνομα ενός συνταγματικού φορμαλισμού που ποζάρει ως νομική ορθοδοξία.

 

 

Νικόλας Κυριάκου

Μέλος Δεξαμενής Νομικής Σκέψης

«Κράτος Δικαίου»

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *