• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Κουφή Δικαιοσύνη

Σε προηγούμενο μου άρθρο στο Κράτος Δικαίου, έθιξα τη μεγάλη σημασία που ενέχει όχι μόνο η άσκηση κριτικής από νομικούς και ακαδημαϊκούς αλλά και η αποδοχή της κριτικής αυτής από την δικαστική εξουσία, και ειδικότερα, από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό, ευνόητα, προκειμένου να υπάρξει ο ενδεδειγμένος έλεγχος της δικαστικής, ηθελημένης ή μη, αυθαιρεσίας, απαραίτητη προϋπόθεση του κράτους δικαίου. Πόσο μάλλον σε μια χώρα όπως είναι η Κύπρος, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο είναι, θεσμικά, εντελώς ανέλεγκτο. Οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη, δεν θα επηρεάσουν σε ικανοποιητικό επίπεδο, κατά τη γνώμη μου, το ανέλεγκτο των δυο, τριτοβάθμιων πλέον, δικαστηρίων.

Εάν λοιπόν οι δικαστές μας δεν επιδέχονται την καλόπιστη, πάντοτε, κριτική, η οποία γίνεται με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον εκ της βελτίωσης της δικαιοσύνης που απονέμεται στους φορολογούμενους αυτού του τόπου, τότε βεβαίως, δεν μιλάμε για κράτος δικαίου αλλά για κράτος δικαστών.

Κατ’ επέκταση, θα πρέπει στην όποια μελλοντική σχολή δικαστών, να καλλιεργηθεί στους δικαστές μας αυτή η νοοτροπία. Ότι δηλαδή η κριτική δεν είναι εχθρός της δικαστικής εξουσίας αλλά σύμμαχος της. Την προοδεύει, νοουμένου σαφέστατα ότι εισακούεται. Αποκαθίσταται το κύρος της, όταν τα επιχειρήματα και οι ανησυχίες της τεράστιας πλειοψηφίας του νομικού κόσμου, λαμβάνονται υπόψη και εφαρμόζονται. Και μιλώ για καλλιέργεια, διότι η ιστορία δείχνει πως στην Κύπρο, η υπάρχουσα νοοτροπία είναι η αντίθετη. Αυτή δηλαδή της δικαστικής εχθρότητας στην κριτική.

Για παράδειγμα, στην Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd a.o. (1983) 1 CLR 348, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε την αναστολή πολιτικής έφεσης, μέχρις ότου αρθεί σχετική δημοσίευση ενός δημοσιογράφου, ο οποίος ισχυρίστηκε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν προκατειλημμένο εναντίον του, καταλήγοντας πως τα δημοσιεύματα, κατά την κρίση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ήταν καταχρηστικά της διαδικασίας. Σημειώθηκε ότι ο εφεσείοντας, αφενός αναζητούσε την επέμβαση του Εφετείου στην πρωτόδικη κρίση και αφετέρου, αμφισβήτησε την ικανότητα της δικαστικής εξουσίας να απονέμει δικαιοσύνη. Μάλιστα δε, σημειώθηκε πως η διαταγή αναστολής θα εξέπνεε εάν και όταν ο εφεσείοντας προέβαινε σε ενέργειες που θα αποκαθιστούσαν το κύρος του Δικαστηρίου.

Άλλη διαβόητη περίπτωση, ήταν αυτή του Κυπριανού (2001) 2 ΑΑΔ 236, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την καταδίκη και την συνακόλουθη ποινή φυλάκισης που επέβαλε το Κακουργιοδικείο Λεμεσού σε δικηγόρο, για καταφρόνηση δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, ο δικηγόρος αναφέρθηκε σε «ραβασάκια» μεταξύ δικαστών οι οποίοι δεν παρακολουθούσαν, κατά τη θέση του δικηγόρου, τον τελευταίο όταν αυτός αντεξέταζε μάρτυρα σε ποινική υπόθεση. Το ύφος και το περιεχόμενο των λεχθέντων του, αποτέλεσαν τη βάση καταδίκης του. Η δε ποινή επιβλήθηκε σε αυτόν αυθημερόν και άμεσα.

Σαφώς, ως είναι ευρέως γνωστό, το ΕΔΑΔ, στην Kyprianou v. Cyprus (Application Number 73797/01), δικαίωσε τον δικηγόρο, καταλήγοντας πως παραβιάστηκαν τα Άρθρα 6.1, 6.2 και 6.3α της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΑΔ δεν προχώρησε σε εξέταση παραπόνου περί παράβασης του Άρθρου 10 (ελευθερία έκφρασης) με δεδομένο ότι οι βασικές πτυχές της υπόθεσης καλύφθηκαν στα πλαίσια εξέτασης (και συνακόλουθων ευρημάτων παράβασης) των προαναφερθέντων άρθρων της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΑΔ επιδίκασε συνολική αποζημίωση ύψους €25.000 στον εν λόγω δικηγόρο.

Ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα δικαστικής «αντεπίθεσης» σε κριτική, ήταν η ανακοίνωση που εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο τον Ιανουάριο του 2019, στον απόηχο της επιστολής του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη. Συγκεκριμένα, και μετά τις γνωστές καταγγελίες του συναδέλφου, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε ανακοίνωση η οποία ομοίαζε με «έκθεση υπεράσπισης», στη δίκη της κοινής γνώμης, αιτιολογώντας κάποιες εκ των παραμέτρων της καταγγελίας.

Για σκοπούς του παρόντος άρθρου όμως, το σημείο που ενδιαφέρει από την ανακοίνωση του Ανώτατου Δικαστηρίου, κατέληγε ως εξής:

«Η συνεχής και τυφλή επιθετική ρητορική απέναντι σε Δικαστές και δικαστικές αποφάσεις δημιουργεί σταδιακά ένα χάσμα ανάμεσα στα Δικαστήρια και στους πολίτες και μια ανεπανόρθωτη φθορά στην αναγκαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κοινωνίας και Δικαιοσύνης. Η αντίδραση του νομικού κόσμου σε αυτό τον κίνδυνο πρέπει να είναι άμεση και αποτελεσματική, προς αποτροπή δημιουργίας αμετάκλητων καταστάσεων». 

(Η έμφαση είναι δική μου)

Εύκολα κάποιος θα μπορούσε να εκλάβει την πιο πάνω δήλωση, ως ενθάρρυνση πειθαρχικής δίωξης του συναδέλφου. Οι πειθαρχικές διώξεις βεβαίως των δικηγόρων, εκφεύγει της αρμοδιότητας και της δικαιοδοσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Μέχρι και το περιεχόμενο ανάρτησης, επικριτικής του Ανώτατου Δικαστηρίου, σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης που «άρεσε» σε δικηγόρο, έχει αποτελέσει αντικείμενο σχολιασμού από δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου, προς δικηγόρο, εν ώρα εκδίκασης έφεσης, χωρίς βέβαια να έχει την οποιανδήποτε σχέση με το αντικείμενο της έφεσης.

Εν κατακλείδι λοιπόν, θα πρέπει να δούμε, όπως προανέφερα, την καλλιέργεια μιας βελτιωμένης και πιο σύγχρονης νοοτροπίας. Το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια της προαναφερθείσας ανακοίνωσης, εξήγησε ότι επιδέχεται την κριτική. Έθεσε όμως, αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις ενάσκησης της, εξηγώντας πως αυτή επιτρέπεται εφόσον στρέφεται κατά δικαστικών αποφάσεων «…δεδομένου βεβαίως ότι αρθρώνεται τεκμηριωμένος επιστημονικός λόγος, ο οποίος στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα».

Οι πιο πάνω περιορισμοί στην κριτική όμως, βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την πολύ πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ στην Tolmachev v. Russia (Application Number 42182/11 – ημερομηνίας 02/06/2020)[i], όπου αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, πως οι δικαστές (εξαιρουμένων των περιπτώσεων σοβαρά επιζήμιων και αβάσιμων επιθέσεων εναντίον τους), υπόκεινται σε προσωπική, και όχι απλά σε γενική και θεωρητική, κριτική. Αυτό διότι οι δικαστές, συνιστούν μέρος θεμελιακού θεσμικού οργάνου του κράτους. Τονίζεται περαιτέρω πως όταν ενεργούν υπό την επίσημη τους ιδιότητα, υπόκεινται σε ευρύτερα όρια αποδεκτής κριτικής απ’ ότι τους απλούς πολίτες.

Να σημειωθεί επί του προκειμένου, πως ο προσφεύγων είχε χαρακτηρίσει δικαστή ως «σκύλα» στα πλαίσια των άρθρων του και πως η τελευταία δεχόταν δωροδοκίες.

Όπως σημειώνεται στην παράγραφο 49 της απόφασης του ΕΔΑΔ, το να προστατεύεται ένας δικαστής, από κάθε δημοσιογραφική επίκριση – ανεξαρτήτως της βασιμότητας της – πολύ δύσκολα μπορεί να ειδωθεί ως μέτρο που προάγει το κράτος δικαίου.

Έφτασε λοιπόν η ώρα, όχι μόνο να ασκούμε κριτική, αλλά και να εισακούεται από τη δικαστική εξουσία.

 

Δημήτρης Λοχίας
Μέλος Δεξαμενής Νομικής Σκέψης
«Κράτος Δικαίου»

 

[i] http://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-202634

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *