• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Τροχοπέδη στη Δικαστική Αυθαιρεσία

Το 1977, ο Professor John Griffith του London School of Economics, δημοσίευσε το βιβλίο “The Politics of the Judiciary”. Βασικός σκοπός του βιβλίου, ήταν η διάψευση του «μύθου», πως όλοι οι δικαστές είναι αμερόληπτοι, προτάσσοντας ισχυρισμούς ότι έστω και άθελα, οι δικαστές επηρεάζονταν στη λήψη αποφάσεων από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων της εκπαίδευσης και του κοινωνικού τους υπόβαθρου, αφού η τεράστια τους πλειοψηφία ήταν απόφοιτοι δημόσιων σχολείων και του Oxbridge (Πανεπιστήμια Οξφόρδης και Κέιμπριτζ) .

Ο Griffith εισηγήθηκε επιπρόσθετα πως οι δικαστές είχαν προσλάβει έναν πολιτικό ρόλο, όχι ως υπερασπιστές των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του πολίτη, αλλά του κράτους και των καθοριζομένων συμφερόντων της εκάστοτε κυβερνήσεως. Αυτός ο ισχυρισμός βέβαια, καθίσταται πολύ σχετικός ένεκα της πρόσφατης απόφασης του δικού μας Ανώτατου Δικαστηρίου, αναφορικά με το δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 23 του Κυπριακού Συντάγματος[i].

 

Ο Griffith βεβαίως, τον τότε καιρό, αντιμετώπισε την οργή πολλών λειτουργών της δικαιοσύνης. Μέχρι και υψηλόβαθμων δικαστών. Ανάμεσα σ’ αυτούς, ο πλέον διάσημος και αγαπητός σε φοιτητές της νομικής, Lord Denning, ο οποίος πρόβαλε δημοσίως την ένσταση του στα όσα ισχυρίστηκε ο Griffith. Είπε χαρακτηριστικά, ότι η αντίληψη που είχαν κάποιοι νεαροί, ότι οι δικαστές προέρχονται από συγκεκριμένο στενό κύκλο ήταν ανοησία, λέγοντας: «…nonsense – they get it from that man Griffith».

Αργότερα ο Denning, σε δικό του βιβλίο του 1982 “What Next in the Law”, εισηγήθηκε ότι στα πλαίσια μια δίκης, μαύροι ορκωτοί δεν είχαν καταφέρει να καταλήξουν σε ειλικρινή ετυμηγορία εκεί όπου οι κατηγορούμενοι επίσης ήταν μαύροι. Η δήλωση αυτή, ως είναι ευρέως γνωστό, οδήγησε στην καταχώρηση αγωγής λίβελλου εναντίον του Denning από τους συγκεκριμένους ορκωτούς. Συνακόλουθα, αποσύρθηκε το βιβλίο και ο Denning αποφάσισε να αφυπηρετήσει. Ο Denning δηλαδή, εν τέλει, φαίνεται να ανέδειξε ως ορθά τα όσα ισχυρίστηκε ο Griffith, αφού πέραν της πιο πάνω ατυχούς αναφοράς του, είχε εκδώσει αμφιλεγόμενες αποφάσεις[2] σε ζητήματα που άπτονταν των δικαιωμάτων εθνικών μειονοτήτων[3].

Τα δικαστικά σώματα, όλων των χωρών, αποτελούνται από ανθρώπους. Όπου δε υπάρχει ο άνθρωπος, αναπόφευκτα υπάρχει και το σφάλμα. Είτε αυτό αποτελεί μια ακούσια, ενδογενή μεροληψία, λόγω κάποιων θεμελιωδών  απόψεων ενός δικαστή, είτε λόγω προσωπικών του βιωμάτων. Τέτοιες ασυναίσθητες τάσεις, μπορούν να οφείλονται σε διάφορους λόγους. Σε έρευνα που έγινε στις Η.Π.Α. και στο Ισραήλ, τα αποτελέσματα εισηγήθηκαν, ότι εξωγενείς παράγοντες, όπως το αποτέλεσμα της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας του δικαστή ή ακόμη και η πείνα που ένιωθε δικαστής μια συγκεκριμένη στιγμή, δύνανται να επηρεάσουν την έκταση μιας επιβληθείσας ποινής[4].

Η αναζήτηση επομένως της τελειότητας και της απόλυτης αμεροληψίας στο δικαστικό σώμα, είναι ο χρυσός στο τέλος του ουράνιου τόξου που δεν θα ανευρεθεί ποτέ. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι οι δικαστές θα πρέπει να αφήνονται ανέλεγκτοι. Όπου γίνονται γνωστές τέτοιες τάσεις από έναν δικαστή, θα πρέπει να γίνονται ανάλογες παραστάσεις, όπως έγιναν τότε στον Denning και που τελικά, οδήγησαν στην αφυπηρέτηση του από το σώμα.

Εκείνο το οποίο μπορεί να ελεγχθεί όμως, είναι το αποτέλεσμα της εσωτερικής διεργασίας ενός δικαστή. Η τελική του απόφαση, δηλαδή. Αυτό διότι η απόφαση ανακοινώνεται, μαζί με την αιτιολογία που οδήγησε σε αυτήν την τελική κρίση. Και οι αποφάσεις αυτές, δύνανται να ελεγχθούν. Συνήθως, όχι από τα Μ.Μ.Ε. ή τον απλό πολίτη, αλλά από τον νομικό κόσμο, είτε αυτοί είναι ακαδημαϊκοί, είτε είναι δικηγόροι που ασκούν το επάγγελμα.

Αυτό βέβαια ήταν γνωστό στους Άγγλους νομικούς επιστήμονες από το 1827, όταν εκδόθηκε το πρώτο legal journal που σκοπό είχε να θέσει κάτω στο μικροσκόπιο της κριτικής, το κάθε τι της δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων των Αγγλικών νόμων και δικαστηρίων[5]. Εξήγησε, επιπροσθέτως, ότι ήταν παράδοξο που η νομική επιστήμη, μια επιστήμη τόσο ενδιαφέρουσα και που εκ της εφαρμογής της είναι τόσο συνδεδεμένη με την ευημερία της κοινωνίας, δεν είχε ένα όργανο επικοινωνίας με το κοινό[6].

Στην Κύπρο, δυστυχώς, τέτοια νομικά περιοδικά δεν έχουμε. Ούτε καν περιοδικά που αποτελούν συλλογές δικαστικών αποφάσεων δεν έχουμε. Εάν δεν ήταν για το CyLaw, του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, για το οποίο πληρώνουν οι δικηγόροι βέβαια, δεν θα υπήρχε καμία πηγή νομικής πληροφόρησης, είτε του κοινού είτε των λειτουργών της δικαιοσύνης. Αυτό βέβαια αποτελεί μια πολύ σοβαρή παράλειψη, αφού “A legal system that recognises case law as a primary source of law must attach great importance to the recording of court decisions. This is particularly so if the decisions are regarded as binding, not only on lower courts but also on courts at the same level…”[7].

Προκύπτει συνεπώς, ότι υπάρχει τεράστιο κενό σε αυτόν τον υψίστης σημασίας τομέα και εξίσου τεράστια ανάγκη καθιέρωσης μέσων και τρόπων άσκησης κριτικής στις δικαστικές αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων και ειδικότερα αυτών του Ανώτατου Δικαστηρίου, οι οποίες αποτελούν δικαστικό προηγούμενο. Τα όσα ήταν φανερά στους νομικούς επιστήμονες της Αγγλίας από το 1827, πρέπει να γίνουν  αντιληπτά και στην Κύπρο του 2020. Μόνο μέσα από την άσκηση ενδελεχούς και μελετημένης κριτικής μπορούμε να δούμε την πολυπόθητη βελτίωση της ποιότητας των αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου. Όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη. Σαφέστατα, αυτό συμπεριλαμβάνει και τους δικαστές. Και βέβαια, η βελτίωση στην ποιότητα αποφάσεων, προϋποθέτει ότι και οι δικαστές, με τη σειρά τους, θα αποδεχθούν την κριτική. Να δεχθούν δηλαδή ότι λάθη γίνονται, ακόμη και από τους ιδίους.

Τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αγγλίας στην R v. Jogee [2016] UKSC 8[8], όπου ανατράπηκε η νομολογιακή προσέγγιση των τελευταίων τριάντα ετών. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η νομολογία είχε πάρει “wrong turn” στην Chan Wing-Siu[9], ανατρέποντας τα όσα λέχθηκαν στην εν λόγω απόφαση αναφορικά με το joint enterprise. Θα μπορούσα να παραθέσω κι άλλα τέτοια παραδείγματα, πλην όμως θα ήταν αχρείαστο. Σημασία έχει ότι σκοπός όλων, σε μια προηγμένη χώρα, θα πρέπει να είναι η βελτίωση των δικαστικών αποφάσεων. Δηλαδή, να ασκούν κριτική νομικοί επιστήμονες και να την αποδέχονται οι δικαστές. Ειδικότερα σε μια χώρα, όπου οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου αποτελούν πηγή δικαίου.

Κλείνοντας λοιπόν, και επειδή έχω αναφερθεί στη σημασία άσκησης κριτικής και ελέγχου, θα ήθελα να θέσω μια περίπτωση, όπου πιστεύω η κριτική θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη και συνάμα πολύ σημαντική για την πορεία της κυπριακής νομολογίας.

Συγκεκριμένα, αναφέρομαι στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Ο.Ο.  ν. Δημοκρατίας[10]. Εν συντομία, τα γεγονότα της υπόθεσης είχαν ως εξής: Ο εφεσείοντας καταδικάστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 και 4 ετών για αδικήματα που σχετίζονταν με τον περί Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου (91(Ι)/2014). Η έφεση στρεφόταν εναντίον της καταδίκης ενώ με τη σειρά της η νομική υπηρεσία είχε εφεσιβάλει (επιτυχώς) την ποινή που επιβλήθηκε ως έκδηλα ανεπαρκή.

Δεν θα σχολιάσω καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα «επίδικα» σημεία της έφεσης, αλλά θα επικεντρωθώ στις αναφορές του Χριστοδούλου, Δ ο οποίος έκδωσε την υπό συζήτηση απόφαση, συμφωνούντων βεβαίως των Παμπαλλή, Δ και Πούγιουρου, Δ, αναφορικά με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αθωώσει τον εφεσείοντα στις κατηγορίες 11-14, οι οποίες αφορούσαν άσεμνες επιθέσεις κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154.

Στις άσεμνες επιθέσεις λοιπόν, το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, αθώωσε και απάλλαξε τον εφεσειόντα. Είχε δε, όπως εξηγείται στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, καταλήξει στα εξής ευρήματα εν σχέση με τις εν λόγω κατηγορίες:

«Στηριζόμενοι στην υπό αναφοράν μαρτυρία της, καταλήγουμε ότι ο Κατηγορούμενος έδειξε τα γεννητικά του όργανα στην ΧΧΧ, σε τουλάχιστον 4 διαφορετικές περιπτώσεις, ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 11-14»

Όπως σημειώνεται στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου. η αθώωση στις εν λόγω κατηγορίες δεν εφεσιβλήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα. Παρά ταύτα, το Ανώτατο Δικαστήριο, προέβη στην ακόλουθη αναφορά:

«Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, το Κακουργιοδικείο αθώωσε και απάλλαξε τον εφεσείοντα στις κατηγορίες 11-14 που αφορούσαν άσεμνη επίθεση (άρθρο 151, ΠΚ) κρίνοντας – με αναφορά σε νομολογία (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηροδότου, Ποιν. Εφ. 120/13 ημερ. 30.3.15, R. v. Court (1988) 2 All E.R. 221 και R. v. Maurice Leeson, 52 Cr. App. 185) και στο σύγγραμμα Blackstone’s Criminal Practice (2003), παρ. Β.79-Β3.84 (σελ. 228-230) – πως «Από τα γεγονότα που περιβάλλουν τις υπό εξέταση κατηγορίες, το μόνο που προκύπτει είναι ότι ο Κατηγορούμενος προέβη απλά σε άσεμνες πράξεις χωρίς αυτές να συνοδεύονται από άλλη παράνομη ενέργεια (απειλή, ανήθικη πρόταση, άσκηση βίας, άγγιγμα ή έστω κάποια κίνηση προς το μέρος της Παραπονούμενης) που θα μπορούσε να της αποδοθεί η έννοια της επίθεσης».  Προσέγγισε δηλαδή τις εν λόγω κατηγορίες με την «παραδοσιακή», θα λέγαμε, αντίληψη ότι οι άσεμνες πράξεις ενός άνδρα που στρέφονται εναντίον μιας γυναίκας δεν στοιχειοθετούν «επίθεση» όταν αυτές δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε άλλη παράνομη ενέργεια απ΄ αυτές που (ενδεικτικά) εντόπισε η νομολογία.  Ωστόσο θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η απρόκλητη επίδειξη των γεννητικών οργάνων από ένα άνδρα σε μια γυναίκα, συνιστά «επίθεση» εναντίον της αξιοπρέπειας της προσωπικότητας της και στην περίπτωση που αυτή στρέφεται – όπως εδώ εναντίον ενός παιδιού, «επίθεση» εναντίον των εν γένει δικαιωμάτων του παιδιού που κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού και από το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού.  Δεν θα επεκταθούμε όμως επί του θέματος εφόσον το ζήτημα δεν έχει εγερθεί από τη Δημοκρατία στην Έφεση της, αλλά απλώς το επισημαίνουμε για προβληματισμό για μελλοντικούς σκοπούς.

      Τα πιο πάνω λοιπόν για προβληματισμό σε σχέση με την έννοια του όρου «επίθεση» στα σεξουαλικά αδικήματα, και αυτό γιατί το έργο του Εφετείου περιορίζεται στην εξέταση των ζητημάτων που οι δύο πλευρές έχουν εγείρει με τις εφέσεις τους.»

(Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου)

Με κάθε σεβασμό προς το Ανώτατο Δικαστήριο, η «παραδοσιακή» αντίληψη στην οποία αναφέρθηκε, συνιστά την νομολογιακή προσέγγιση του τελευταίου μισού αιώνα. Είναι οι αρχές που αναδύονται μέσα από μια γραμμή δικαστικού προηγούμενου, το οποίο δεσμεύει όχι μόνο το Κακουργιοδικείο αλλά και το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο. Δεν επρόκειτο για «αντίληψη» του Κακουργιοδικείου λοιπόν, αλλά μια αιτιολογημένη κατάληξη, έχοντας σταθμίσει τις νομολογιακές αρχές, όπως για παράδειγμα την R v Court [1988][11] στα πλαίσια της οποίας αποτυπώθηκαν πλήρως, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της άσεμνης επίθεσης

Πέραν των ανωτέρω, και πάντοτε με κάθε σεβασμό προς το Ανώτατο Δικαστήριο, διερωτώμαι πώς θα αντιμετωπιζόταν η ουσία της εισήγησης του Δικαστηρίου περί στοιχειοθέτησης του ποινικού αδικήματος της άσεμνης επίθεσης με «επίθεση» κατά της αξιοπρέπειας και/ή των δικαιωμάτων του παιδιού, από έναν Αγγλικό Legal Journal. Ειδικότερα, χωρίς να έχει παρατεθεί, σχολιαστεί και αξιολογηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια της απόφασης του, η σωρεία δικαστικού προηγουμένου που έρχεται σε κάθετη αντίθεση με την εν λόγω αναφορά.

Διερωτώμαι πώς θα αξιολογείτο η πιο πάνω αναφορά, για παράδειγμα, υπό το φώς της R v Rolfe [1952][12], από την οποία απόφαση αναδύεται η αρχή ότι για να στοιχειοθετηθεί επίθεση χωρίς άγγιγμα, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο “…accused caused the complainant to apprehend that she was about to be touched indecently”[13].

Διερωτώμαι, με κάθε σεβασμό, πώς θα αξιολογείτο η αναφορά του Ανώτατου Δικαστηρίου, υπό το φως των όσων αναφέρθηκαν στην Fairclough v. Whipp [1951][14] όπου το Court of Appeal επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου να αθωώσει τον εφεσίβλητο, ο οποίος είχε εκθέσει το γεννητικό του όργανο σε ανήλικη, σε δημόσιο χώρο, μάλιστα προσκαλώντας την να τον αγγίξει, κάτι το οποίο έπραξε η τελευταία, αναφέροντας τα εξής:

“But before we come to the question whether there was an indecent assault we must consider whether there was an assault, and I cannot hold that an invitation to somebody to touch the invitor can amount to an assault on the invitee.”

Η πιο πάνω αρχή μάλιστα, ακολουθήθηκε το 2015 στην Dunn [2015][15] όπου ο εφεσείοντας αθωώθηκε σε κατηγορία άσεμνης επίθεσης, όπου προκάλεσε ανήλικη να προβεί σε σεξουαλική πράξη στο γεννητικό του όργανο (caused her to masturbate him). Το Court of Appeal εξήγησε ότι ο ρόλος του περιοριζόταν στην αυστηρή εφαρμογή του νόμου και της σχετικής νομολογίας, ακολουθώντας την Fairclough ως ανωτέρω.

Και τα πιο πάνω βέβαια, ενασχολούνται αποκλειστικά με το actus reus του αδικήματος. Δεν έχω υπεισέλθει στην υποκειμενική υπόσταση που απαιτείται να αποδειχθεί προκειμένου ένα δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα ενοχής ενός προσώπου, για παράδειγμα την ειδική πρόθεση του κατηγορούμενου να επιτεθεί άσεμνα το παραπονούμενο πρόσωπο[16] ή την απουσία πίστης, εδραζομένης σε βάσιμους λόγους, από πλευράς κατηγορούμενου ότι η παραπονούμενη συναινούσε στην κατ’ ισχυρισμό επίθεση[17].

Ούτε και έχω παραθέσει τη λογική της θέσης περί στοιχειοθέτησης άσεμνης επίθεσης με «επίθεση εναντίον αξιοπρέπειας» και τη σωρεία ενδεχομένων μελλοντικών προβλημάτων από μια τέτοια ερμηνεία. Για παράδειγμα, θα μπορούσε κάποιος να καταδικαστεί σε κατηγορία άσεμνης επίθεσης εάν «επιτίθετο» με άσεμνες λέξεις την αξιοπρέπεια ενός παραπονούμενου προσώπου; Διότι η αξιοπρέπεια είναι κάτι όχι μόνο παντελώς υποκειμενικό αλλά και εντελώς απροσδιόριστο. Θα μπορούσα να θέσω πολλά τέτοια παραδείγματα και ενδεχόμενα προβλήματα στην πιο πάνω ερμηνεία του Ανώτατου Δικαστηρίου. 

Το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά πάσα πιθανότητα, δεν επιθυμούσε να αλλάξει ριζικά τη νομολογία των προηγουμένων 60 χρόνων, στα πλαίσια μιας αναφοράς obiter dictum. Ωστόσο τα λεχθέντα του, θα δημιουργήσουν σοβαρότατα ζητήματα σε μελλοντικές δίκες. Το επόμενο πρωτόδικο δικαστήριο που θα κληθεί να αποφασίσει παρόμοια ζητήματα, θα έχει να αντιμετωπίσει, αφενός, την συνήγορο υπεράσπισης, η οποία σαφώς θα εκθέσει σωρεία συμπαγούς αγγλικής και κυπριακής νομολογίας, ταυτόσημη με αυτήν που εξέθεσε και το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί άσεμνη επίθεση εκ της επίδειξης γεννητικών οργάνων και ότι υπάρχει άλλο ποινικό αδίκημα το οποίο καλύπτει τέτοιες πράξεις[18]. Αφετέρου, η κατηγορούσα αρχή θα επικαλεσθεί το πιο πάνω απόσπασμα, επικαλούμενη επίθεση εναντίον αξιοπρέπειας του παραπονούμενου προσώπου. Σαφέστατα, η ύπαρξη μιας ακαδημαϊκής φύσεως, ενδελεχούς κριτικής, θα βοηθήσει και το πρωτόδικο και το Ανώτατο Δικαστήριο, όπου αναπόφευκτα ένεκα της διιστάμενης νομολογίας πλέον θα καταλήξει η υπόθεση, στη σωστή κατάληξη.

Επομένως, έστω και 193 χρόνια μετά το Jurist, θεωρώ ότι ο καιρός ωρίμασε στην Κύπρο, να δούμε ένα οργανωμένο σύνολο που θα κριτικάρει με την απαιτούμενη επάρκεια τις κυπριακές δικαστικές αποφάσεις. Είναι, κατά την άποψη μου, ο μοναδικός τρόπος ελέγχου της ποιότητας των δικαστικών αποφάσεων, αφού μόνο έτσι διασφαλίζεται η ανεξαρτησία των δικαστηρίων μας. Αποτελεί, τη μοναδική τροχοπέδη στη δικαστική αυθαιρεσία. Μόνο έτσι θα ζούμε σε ένα κράτος Δικαίου και όχι ένα κράτος Δικαστών.  

 

Δημήτρης Λοχίας

Μέλος Δεξαμενής Νομικής Σκέψης

«Κράτος Δικαίου»

[i] Κυπριακή Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.α., Εφέσεις 177/18, 75/19, 76/19, 77/19, 79/19, 80/19, 84/19 και 85/19, ημερομηνίας 10/04/2020.

[2] Mandla v Dowell-Lee [1982} 3 W.L.R. 932 η οποία ανατράπηκε κατ’ έφεση στο House of Lords στην Mandla v. Dowell-Lee [1983] UKHL 7.

[3] Sir Geoffrey Bindman QC, “Keep An Eye on the Judges” [2010] New Law Journal 160 (7422).

[4] Richard Easton, “Unhappy Judges, Unlucky Defendants” [2016] Solicitors Journal 159 (39), 17.

[5] The Jurist, (1827) iv – v.

[6] The Jurist, (1827) iii.

[7] Stefan Vogenauer “Law Journals in nineteenth-century England” [2008] Edinburgh Law Review 12(1) 26, 28.

[8] R v Jogee [2016] UKSC 8.

[9] R v. Chan Wing-Siu [1985] AC 168.

[10] Ο.Ο. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 337/18 και 351/18, ημερομηνίας 10/01/2020.

[11] R v Court [1988] 2 All ER 221

[12] R v. Rolfe [1952] 36 Cr App R 4.

[13] Blackstone’s Criminal Practice 2019, Section B3-68.

[14] Fairclough v. Whipp [1951] 35 Cr App R 138.

[15] Dunn [2015] EWCA Crim 724.

[16] Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice 2020, Chapter 20, Section 364.

[17] R v Kimber [1983] 77 Cr App R 225.

[18] Βλ. σχετικά – Άσεμνη Πράξη – Άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο 154.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *