• 'Εκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως - Η ελευθερια της εκφρασης είναι το θεμέλιο όλων των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πηγή ανθρωπισμού και η μητέρα της αλήθειας

Η κριτική των δικαστικών αποφάσεων και η σημασία της αιτιολογίας τους

Ανακύπτει, ενίοτε, το ερώτημα του κατά πόσο είναι θεμιτή η κριτική των δικαστικών αποφάσεων ή αν αυτή πλήττει το κύρος της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη μαζί με την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία αποτελούν, ως γνωστό, τις τρεις βασικές εξουσίες μιας πολιτείας. Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες δυτικού τύπου καμία εξουσία δεν μπορεί να είναι ανέλεγκτη.

 

Στην κυπριακή έννομη τάξη η δικαστική εξουσία απολαμβάνει τέτοια ανεξαρτησία, ενώ παράλληλα ελέγχει τόσο την εκτελεστική όσο και τη νομοθετική εξουσία, που θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι αυτή είναι σχεδόν ανέλεγκτη. Και τούτο διότι μόνον ο διορισμός των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου γίνεται από την εκτελεστική εξουσία και πιο συγκεκριμένα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος όμως κατά πάγια πρακτική λαμβάνει προηγουμένως τις συστάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Κατά τις συνταγματικές επιταγές, η λογοδοσία της δικαστικής εξουσίας συνίσταται αφενός στον έλεγχο των δικαστικών αποφάσεων μέσω των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων που ασκούνται εναντίον τους και στην πειθαρχική και ποινική ευθύνη των δικαστών και αφετέρου στην υποχρέωση που επιβάλλεται από το  Άρθρο 30.2 του Συντάγματος που ορίζει ρητώς ότι «αι αποφάσεις των δικαστηρίων δέον να είναι ητιολογημέναι και ν’ απαγγέλλωνται εν δημοσία συνεδριάσει».

 

Υπό αυτές τις συνθήκες το πιο υπολογίσιμο, ενδεχομένως, αντίβαρο απέναντι στη δικαστική εξουσία είναι η δημόσια κριτική των δικαστικών αποφάσεων. Αναμφίβολα, η δημόσια κριτική διαδραματίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο προκειμένου να  εξασφαλισθεί ότι οι δικαστές ανταποκρίνονται πράγματι στις υψηλές ευθύνες τους σύμφωνα με την αποστολή που τους έχει ανατεθεί από το Σύνταγμα.

 

Υπάρχει, ασφαλώς, η σοβαρή αντίρρηση από ορισμένους ότι μόνον το εκδικάζον δικαστήριο έχει ενώπιόν του όλα τα απαραίτητα στοιχεία και έχει ως εκ τούτου πλήρη εικόνα για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Έτσι, σύμφωνα με την άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνεται σχολιασμός μιας δικαστικής απόφασης χωρίς την απαραίτητη γνώση των σχετικών στοιχείων. Απέναντι στο επιχείρημα αυτό θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι και από τα στοιχεία που έρχονται κάθε φορά στη δημοσιότητα μπορεί να ασκήσει κάποιος σοβαρή κριτική. Παράλληλα, σε περίπτωση που η κριτική αυτή αποδειχθεί λανθασμένη το άτομο το οποίο προβαίνει στην κριτική διατρέχει τον κίνδυνο να εκτεθεί δημόσια, ενώ αντίθετα το κύρος της δικαιοσύνης εδραιώνεται.

 

Ένα συναφές ερώτημα που τίθεται επίσης αρκετά συχνά είναι και το από ποιους μπορεί να ασκείται η κριτική των δικαστικών αποφάσεων. Υποβάλλεται από ορισμένους η άποψη ότι μόνον νομικοί οι οποίοι και έχουν την απαραίτητη γνώση μπορούν να κρίνουν τις δικαστικές αποφάσεις. Η άποψη αυτή όμως δύσκολα πιστεύω ότι μπορεί να σταθεί. Στην αντίπερα όχθη υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι υποστηρίζουν ότι εφόσον οι πολίτες δικαιούνται να κρίνουν ή/και να αμφισβητούν την ορθότητα των αποφάσεων όλων των κρατικών αρχών, έχουν ως εκ τούτου και το δικαίωμα να κρίνουν και τις δικαστικές αποφάσεις. Εξάλλου, το Άρθρο 19 του Συντάγματος διασφαλίζει στον καθένα να έχει «το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ’ οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως». Στο επιχείρημα αυτό συνηγορεί και η συνταγματική κατοχύρωση τόσο της δημοσιότητας της δίκης όσο και της δημοσίευσης των δικαστικών αποφάσεων.

 

Δεν νομίζω να μπορεί να αμφισβητηθεί το δικαίωμα του καθενός να ασκήσει κριτική σε δικαστικές αποφάσεις. Η κριτική όσον οξεία, αλλά και άδικη και αν είναι πολλές φορές, είναι πραγματικά αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί ότι χωρίς το λίπασμα της δημόσιας κριτικής το δέντρο της δικαιοσύνης δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Ωστόσο, η κριτική αυτή επιβάλλεται να γίνεται με νομικά και επιστημονικά κριτήρια και δεν πρέπει να παίρνει τη μορφή ενός επιστημονικά αστήρικτου νομικού λαϊκισμού. Η κριτική μιας δικαστικής απόφασης πρέπει να λαμβάνει χώρα με κριτήρια που εδράζονται στη θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Θα πρέπει για παράδειγμα, να διερευνάται το κατά πόσον η υπό εξέταση δικαστική απόφαση ήταν λανθασμένη ή είχε ληφθεί από μη αμερόληπτο δικαστήριο ή χωρίς να παρέχεται επαρκής αιτιολογία.

 

Με την ίδρυση και τη λειτουργία νομικών σχολών τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο πιστεύω ότι το ζήτημα της κριτικής των δικαστικών αποφάσεων περνά σε μια καινούρια φάση. Στις εν λόγω νομικές σχολές το κυπριακό δίκαιο, πέραν από το ότι διδάσκεται πια από την πανεπιστημιακή έδρα, αποτελεί αντικείμενο συστηματικής έρευνας ακαδημαϊκών και φοιτητών. Το γεγονός αυτό οδηγεί αναπόφευκτα και στην ανάπτυξη της κριτικής σε επιστημονική βάση των αποφάσεων των κυπριακών δικαστηρίων, κάτι που θα συμβάλει στην ανέλιξη τόσο της κυπριακής νομολογίας όσο και του κυπριακού δικαίου γενικότερα. Συνεπώς, η ανάγκη για αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων που ρητώς επιβάλλει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθίσταται πλέον πιο επιτακτική.

 

Η επαρκής αιτιολογία οχυρώνει τη δικαστική απόφαση και την καθιστά δυνατή να αντέξει στα πυρά ακόμη και της πιο οξείας κριτικής. Ενδυναμώνει παράλληλα και την

εμπιστοσύνη που πρέπει να εμπνέουν στους πολίτες τα δικαστήρια σε μια δημοκρατική κοινωνία που βασίζεται στο κράτος δικαίου. Έτσι, τα δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να αιτιολογούν με επαρκή σαφήνεια τους λόγους στους οποίους έχουν βασίσει την απόφασή τους. Η υποχρέωση αιτιολόγησης μιας απόφασης συνδέεται επίσης με τη δημοσιότητα της δίκης. Δεν είναι μόνο οι διάδικοι που πρέπει να είναι πεπεισμένοι ότι η λύση που δίδεται από το δικαστήριο στο πρόβλημά τους είναι η σωστή, αλλά είναι επίσης σημαντικό να διασφαλιστεί στο κοινό ότι οι διαδικασίες έχουν διεξαχθεί δίκαια, ότι έχει δοθεί η κατάλληλη προσοχή για τον προσδιορισμό του αποτελέσματος και ότι το αποτέλεσμα δεν είναι απόρροια αλλότριων κινήτρων.

 

Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η κριτική των δικαστικών αποφάσεων δεν γίνεται με βάση το αποτέλεσμα το οποίο παράγουν ή τον κίνδυνο που προσπαθούν να αποτρέψουν, όπως συμβαίνει κατά κανόνα με τις πολιτικές αποφάσεις, αλλά από την επάρκεια ή/και πληρότητα της αιτιολογίας τους, η οποία αποτελεί συνταγματική υποχρέωση της δικαστικής εξουσίας σύμφωνα με το Άρθρο 30.2.

 

Δρ. Κώστας Παρασκευά

Μέλος της Δεξαμενής Νομικής Σκέψης

«Κράτος Δικαίου»

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *